Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Οι Εχθροί του Αστικού Πρασίνου και η αντιμετώπισή τους στο αστικό περιβάλλον

Οι Εχθροί του Αστικού Πρασίνου και η αντιμετώπισή τους στο αστικό περιβάλλον

Του Δρα Δ.Χ. Κοντοδήμα, Γεωπόνου (ΓΠΑ) - Εντομολόγου
Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο (ΜΦΙ)

Βασικές αρχές

Οι εντομολογικοί εχθροί των φυτών που συγκροτούν το αστικό και περιαστικό πράσινο αποτελούν συχνά σημαντικό παράγοντα υποβάθμισης της αισθητικής ή λειτουργικής αξίας τους. Οι βασικές αρχές στις οποίες μπορεί να στηριχθεί η πρόληψη και ο έλεγχος των εντομολογικών εχθρών είναι (Βλ. Flint 1990, Κοντοδήμας και Ανάγνου 2003):

α) η ενδεδειγμένη κατά περίπτωση κατασκευή των χώρων πρασίνου και η επιλογή καταλλήλων φυτών
Η σωστή κατά περίπτωση κατασκευή και η επιλογή καταλλήλων φυτών είναι η σημαντικότερη παράμετρος για την πρόληψη των εντομολογικών εχθρών σε ένα χώρο πρασίνου. Κατά τη μελέτη, η οποία πρέπει πάντα να προηγείται πριν τη δημιουργία ενός χώρου πρασίνου, πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη:
- η καταλληλότητα του χώρου ανάλογα με τις εδαφοοικολογικές και κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής.
- ο σκοπός τον οποίον πρόκειται να εξυπηρετήσει ο υπό κατασκευή χώρος.
- να συνδυάζονται τα ενδεδειγμένα έργα υποδομής (λίμνες, παγκάκια, πέργολες, πεζοδρόμια, διάδρομοι, αθλοπαιδιές, κέντρα αναψυχής κ.α.) με το κατάλληλο πράσινο (χλοοτάπητες, ποώδεις φυτοκαλύψεις, καλλωπιστικοί θάμνοι, καλλωπιστικά και δασικά δένδρα, κ.α.).
- το αποτέλεσμα της κατασκευής να απαιτεί χαμηλού κόστους συντήρηση. Πρέπει να προτιμούνται μακροβιότερα και ανθεκτικότερα φυτά έναντι αυτών με εντυπωσιακότερη εμφάνιση αλλά βραχύβια παρουσία. Επίσης πρέπει τα φυτά να τοποθετούνται χωροταξικά με τρόπο που να διευκολύνονται οι επεμβάσεις και τα πιο ευαίσθητα στους εχθρούς φυτά να ομαδοποιούνται εάν είναι δυνατόν.
- πρέπει να επιλέγονται τα πιο εύρωστα και εμφανίσιμα φυτά ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η γρήγορη εγκατάστασή τους και να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη αντοχή σε προσβολές εντομολογικών εχθρών αλλά και σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες (υψηλές θερμοκρασίες, παγετός, άνεμοι κ.α.)
- πρέπει να αξιολογείται η εντομοπανίδα της περιοχής και ο κίνδυνος εισαγωγής νέων εχθρών που μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές.
- σε περιπτώσεις αναδασώσεων πρέπει να γίνεται σωστή επιλογή φυτών που δε διαταράσσουν την οικολογική ισορροπία της ευρύτερης περιοχής.

β) η σωστή συντήρηση
Η σωστή συντήρηση του αστικού και περιαστικού πρασίνου είναι επίσης πολύ σημαντικός παράγοντας πρόληψης. Οι καλλιεργητικές φροντίδες στα καλλωπιστικά φυτά (άρδευση, λίπανση, κλάδευμα) σε πολλά σημεία διαφέρουν από τις αντίστοιχες που αφορούν παραγωγικά φυτά καρποφορίας και απαιτούν εξειδικευμένο προσωπικό. Ως σημαντικότερες ενέργειες για σωστή συντήρηση πρέπει να σημειώσουμε την διατήρηση της καθαριότητας και του αερισμού των χώρων πρασίνου, την ενδεδειγμένη άρδευση και την ορθολογική και εύστοχη χρονικά λίπανση. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται επίσης για το σωστό κλάδευμα των φυτών.
Σημειώνεται ότι τα κλαδεύματα δεν πρέπει ποτέ να παραμένουν εντός ή κοντά στους χώρους πρασίνου διότι γίνονται καταφύγια πολλών εχθρών (κυρίως ξυλοφάγων εντόμων). Δεν πρέπει να παραμελείται, τέλος, η συντήρηση των δομικών υλικών (και ειδικά των ξυλοκατασκευών) που απαρτίζουν τους χώρους πρασίνου, αλλά και παρόμοιες κατασκευές στο αστικό δομημένο περιβάλλον.

γ) η βελτίωση των φυτών
Η δημιουργία βελτιωμένων ποικιλιών, χρησιμοποιώντας κλασικές ή πιο σύγχρονες μεθόδους, εξασφαλίζει φυτά με χαρακτηριστικά που τα καθιστούν λιγότερο ευπαθή στα έντομα και αποτελεί σημαντκή μέθοδο πρόληψης εντομολογικών προσβολών.

δ) η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση
Για την πρόληψη και αντιμετώπιση των εντομολογικών εχθρών στο αστικό και περιαστικό πράσινο, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι αρχές της ολοκληρωμένης αντιμετώπισης. Αυτό σημαίνει ότι δίνεται έμφαση στις μεθόδους βιολογικής αντιμετώπισης [παρασιτοειδή, αρπακτικά, εντομοπαθογόνα (ιοί, βακτήρια, μύκητες, νηματώδεις)] και στις βιοτεχνικές μεθόδους (π.χ. παγίδες και σηματοχημικά). Η καταφυγή στην χρήση φυτοπροστατευτικού προϊόντος πρέπει να γίνεται αφού εξαντληθεί η προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος με καλλιεργητικά ή βιολογικά μέσα και μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία διαφαίνεται ότι η προσβολή θα έχει οικονομικό (=αισθητικό) αποτέλεσμα.
Επισημαίνεται ότι εντός του αστικού περιβάλλοντος είναι επιτρεπτή η χρήση σκευασμάτων που παρουσιάζουν χαμηλή ή μηδενική τοξικότητα στον άνθρωπο, τα ζώα και τα ωφέλιμα αρθρόποδα και η δράση τους δεν έχει μεγάλη υπολειμματική διάρκεια (Βλ. Νασιόπουλος 2005).

Σημαντικότεροι εχθροί

            Ακολούθως παρουσιάζονται τα σημαντικότερα εντομολογικά προβλήματα στο αστικό και περιαστικό πράσινο στη χώρα μας, όπως αυτά έχουν καταγραφεί στο αρχείο του Τμήματος Εντομολογίας & Γεωργικής Ζωολογίας του Μπενακείου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου καθώς και στη σχετική βιβλιογραφία, τα τελευταία 20 χρόνια. Πολλοί από τους εχθρούς αυτούς ήταν αλλόχθονα είδη που εισέβαλαν στη χώρα μας προκαλώντας σοβαρές ζημιές.  
Αφίδες:  Στο αστικό περιβάλλον θα συναντήσουμε τα πολυφάγα είδη Aphis fabae, A. gossypii, Myzus persicae αλλά και τα Toxoptera aurantii και Aphis spiraecola (σε εσπεριδοειδή), Aphis craccivora (σε ψευδακακία, Robinia pseudacacia), Aphis hederae (σε κισσό, Hedera helix), Aphis nerii (σε πικροδάφνη Nerium oleander), Aphis sambuci (σε Sambucus nigra), Chaitophorus spp. (σε λεύκες, Populus spp.), Eriosoma lanuginosum και Tetraneura ulmi (σε φτελιές, Ulmus spp.), Baizognia pistaciae και Forda marginata (σε είδη του γένους Pistacia), Hyalopterus pruni (σε είδη του γένους Prunus), Brachycaudus helichrysi και B. cardui (σε καλλωπιστική δαµασκηνιά και είδη Asteraceae), Macrosiphum rosae (σε τριανταφυλλιά), Aphis illinoensis (σε άμπελο) κ.α. (Βλ. Καϊλίδης 1996, Σαββοπούλου-Σουλτάνη 1999, Περδίκης 2005). Η αντιμετώπισή τους γίνεται δυνατή κυρίως λόγω της δράσης αρπακτικών όπως τα Coccinella septempunctata, Hippodamia undecimnotata, H. variegata, Adalia bipunctata, Synharmonia conglobata, Propylaea quatuordecimpunctata, Scymnus spp.(Coleoptera: Coccinellidae), Syrphus spp. (Diptera: Syrphidae), Chrysopa spp. (Neuroptera: Chrysopidae) κ.α., καθώς και παρασιτοειδών όπως τα Aphidius colemani, Aphidius matricariae, Aphidius spp., Trioxys spp., Lysiflebus spp., Praon spp. (Hymenoptera, Aphidiinae) (Βλ. Kavallieratos et al. 2001), κ.α.  Να σημειωθεί ότι οι αφίδες Aphis sambuci, A. nerii και A. craccivora είναι τοξικές για τα αρπακτικά και ο έλεγχος τους επιτυγχάνεται κυρίως από τα παρασιτοειδή. Σε περιπτώσεις που οι πληθυσμοί των αφίδων δεν ελέγχονται από τη δράση ωφελίμων (φυσικών πληθυσμών ή εξαπολυομένων) συνιστάται επέμβαση με άλατα καλίου λιπαρών οξέων.
Κοκκοειδή: Πολλά είδη κοκκοειδών έχουν καταγραφεί να ζημιώνουν τα φυτά του αστικού περιβάλλοντος, όπως είδη της οικογενείας Diaspididae: Aonidella aurantii, Aspidiotus nerii, Parlatoria spp., Philippia spp., Quadraspidiotus spp., Parthenolecanium corni, Pseudalacaspis pentagona, Lepidosaphes spp., Pulvinaria spp., Protopulvinaria pyriformis, Parthenolecanium spp., Eulecanium spp., Crysomphalus spp., Aulacaspis rosae, Aonidia lauri, Unaspis euonymi κ.α., είδη Coccidae: Saissetia oleae, Coccus spp., Ceroplastes spp. κ.α., είδη Pseudococcidae: Planococcus citri, Pseudococcus longispinus κ.α., Margarodidae: Icerya purchasi, Marchalina hellenica, Margarodes spp. κ.α. (Βλ. Σαββοπούλου-Σουλτάνη 1999, Stathas et al 2008).
Η αντιμετώπισή τους επιτυγχάνεται κυρίως λόγω της δράσης αρπακτικών όπως τα Chilocorus bipustulatus, Rhyzobius lophanthae, Exochomus quadripustulatus, Nephus spp., Rhodolia cardinalis (Coleoptera: Coccinellidae) και παρασιτοειδών (να σημειωθεί ότι επί των κοκκοειδών της οικογενείας Margarodidae δεν έχουν παρατηρηθεί να δρουν παρασιτοειδή). Επεμβάσεις με θερινό πολτό ή λάδι συνιστώνται σε εξάρσεις προσβολών κατά την περίοδο εκκόλαψης των προνυμφών της πρώτης γενεάς (συνήθως αρχές Ιουνίου).
Εριώδης αλευρώδης: Ο εριώδης αλευρώδης Aleurothrixus floccosus (Hemiptera: Aleyrodidae) σοβαρό πρόβλημα στα καλλωπιστικά εσπεριδοειδή την περίοδο 1991-1995. Ο έλεγχος του στάθηκε δυνατός λόγω της δράσης του εξωτικού παρασιτοειδούς Cales noacki και του ιθαγενούς αρπακτικού Clitostethus arcuatus (Coleoptera: Coccinellidae) (Βλ. Κοντοδήμας κ.α. 2008).
Φυλλορύκτης των εσπεριδοειδών: Ο φυλλορύκτης των εσπεριδοειδών Phyllocnistis citrella (Lepidoptera: Gracillariidae), από το 1995 που εισήλθε στη χώρα μας, αποτελεί έναν ακόμα εχθρό των καλλωπιστικών εσπεριδοειδών. Η αντιµετώπισή του επιτυγχάνεται με καλλιεργητικά μέτρα (ενθάρρυνση της ανοιξιάτικης βλάστησης) και από τη δράση των παρασιτοειδών Citrostichus phyllocnistoides, Semielacher petiolatus, Pnigalio pectinicornis και Neochrysocharis formosa (Hymenoptera: Eulophidae) (Βλ. Τσαγκαράκης 2005).
Metcalfa pruinosa: Το Metcalfa pruinosa (Hemiptera: Flatidae) είναι έντομο μυζητικό το οποίο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Κέρκυρα και την Πρέβεζα το 2002.  Σύντομα εξαπλώθηκε σε πολλές περιοχές της ΒΔ Ελλάδας όπου καταγράφηκε να προσβάλει περισσότερα από 62 είδη φυτών. Σημαντική επιτυχία αποτέλεσε η εισαγωγή και εξαπόλυση του παρασιτοειδούς Neodryinus typhlocybae (Hymenoptera: Dryinidae) (Βλ. Σουλιώτης κ.α. 2007), το οποίο αποδείχθηκε ότι ελέγχει τους πληθυσμούς του M. pruinosa.
Εχθροί χλοοταπήτων: Κυρίως μετά το έτος 2000 καταγράφηκαν πολλές προσβολές από λεπιδόπτερα της οικογενείας Noctuidae σε χλοοτάπητες. Επίσης καταγράφηκαν και προσβολές από µηλολόνθη Melolontha melolontha (Coleoptera: Scarabeidae). Όσον αφορά στα λεπιδόπτερα της οικογενείας Noctuidae, οι περισσότερες προσβολές (>90%) οφείλονταν στο έντομο Spodoptera exigua. Επίσης διαπιστώθηκε σε χλοοτάπητες η παρουσία των Agrotis ipsilon, Agrotis segetum (γνωστή και ως Καραφατμέ), Agrotis exclamationis, Agrotis spinifera, Spodoptera littoralis, Autographa gamma, Chrysodeixis chalcites, Plusia festucae, Emmelia trabealis, Macdounnoughia confusa και Mythimna unipuncta (Βλ. Κοντοδήµας & Ανάγνου 2005).. Η αντιμετώπιση των λεπιδοπτέρων αυτών είναι δυνατή με την καταγραφή των πτήσεων τους σε φερομονικές παγίδες και επεμβάσεις με Bacillus thuringiensis (Βλ. Kontodimas et al. 2008). Η αντιμετώπιση των εχθρών των χλοοταπήτων (λεπιδοπτέρων, κολεοπτέρων κ.α.) μπορεί επίσης να επιτευχθεί με χρήση εντοµοπαθογόνων νηματωδών ή εντοµοπαθογόνων μυκήτων.
Εχθροί του πεύκου: Η πιτυοκάμπη, Thaumatopoea pityocampa (Lepidoptera: Thaumatopoeidae) συχνά αποτελεί σημαντικό πρόβλημα στο αστικό και περιαστικό πράσινο. Η παρακολούθηση των πτήσεων των ακμαίων της με φερομονικές παγίδες συμβάλλει σημαντικά στον έγκαιρο εντοπισμό των ωοτοκιών και την εύστοχη επέμβαση με Bacillus thuringiensis το φθινόπωρο. Το χειμώνα και την άνοιξη συνιστάται η απομάκρυνση των φωλεών με μηχανικά μέσα (Βλ. Αθανασίου και Καραδήμος 2005).
Το ωφέλιμο (ως μελιτογόνο) κοκκοειδές Marchalina hellenica (Hemiptera: Margarodidae) επίσης καταγράφηκε συχνά να αποτελεί σημαντικό εντομολογικό εχθρό στο αστικό και περιαστικό περιβάλλον. Ο περιορισμός των πληθυσμών του επιτυγχάνεται από τη δράση του αρπακτικού Neoleucopis kartliana (Diptera: Chamaemyiidae), την επάλειψη δακτυλίων κόλας στους κορμούς των πεύκων και τις επεμβάσεις την περίοδο εκκόλαψης των νεαρών προνυμφών (ερπουσών) συνήθως αρχές Ιουνίου.


Εχθροί των φοινικοειδών: Ο κόκκινος ρυγχωτός κάνθαρος των φοινικοειδών (red palm weevil) Rhynchophorus ferrugineus (Coleoptera: Curculionidae) και η πεταλούδα των φοινικοειδών Paysandisia archon (Lepidoptera: Castniidae) αποτελούν τους σημαντικότερους εχθρούς των φοινικοειδών στη Μεσόγειο (Βλ. Kontodimas et al. 2006, Vasarmidaki et al. 2006). Η προσβολή από τα έντομα αυτά συνήθως γίνεται αντιληπτή σε προχωρημένο στάδιο, όταν το προσβεβλημένο φοινικοειδές έχει καταστραφεί. Η αντιμετώπιση των εχθρών αυτών βασίζεται:
-          στη φυτοϋγειονομικά ασφαλή απομάκρυνση των προσβολών (απομάκρυνση του προσβεβλημένου φοινικοειδούς, δενδροχειρουργική αφαίρεση της προσβολής, θερμική θανάτωση με χρήση μικροκυμάτων)
-          στη διαρκή επισκόπηση για την έγκαιρη διαπίστωση νέων προσβολών
-          στην ανάπτυξη δικτύου μαζικής παγίδευσης (για το Rhynchophorus ferrugineus)
-          στις εφαρμογές εντομοπαθογόνων, ή εγκεκριμένων εντομοκτόνων ή άλλων μεθόδων στα φοινικοειδή που γειτονεύουν με τα προσβεβλημένα




Ξυλοφάγα έντομα: Στο αστικό περιβάλλον έχουν παρατηρηθεί προσβολές σε δένδρα κυρίως από τα ξυλοφάγα κολεόπτερα Trichoferus fasciculatus, Phloeosinus bicolor και Capnodis tenebrionis και από τα ξυλοφάγα λεπιδόπτερα Cossus cossus και Zeuzera pyrina (Βλ. Karamaouna & Kontodimas 2010, Μπουχέλος κ.α. 2008). Η αντιμετώπισή τους βασίζεται κυρίως στην απομάκρυνση των προσβολών με κλάδεμα εξυγίανσης.
Ακάρεα: Στους κλασικούς εχθρούς Tetranychus urticae, Panonychus citri έχει πρόσφατα προστεθεί το άκαρι Eutetranychus orientalis, που προκαλεί σημαντικές ζημιές σε εσπεριδοειδή (Βλ. Anagnou et al. 2009). Τα ακάρεα μπορούν να ελεγχθούν από τη δράση αρπακτικών Coccinellidae (Stethorus spp.) και αρπακτικών ακαρέων Phytoseidae, ή με επεμβάσεις με άλατα καλίου λιπαρών οξέων, θερινό πολτό ή λάδι, θείο κ.α.
Υπονομευτής του πυξαριού: Ο υπονομευτής του πυξαριού Monarthropalpus buxi (Diptera: Cecidomyiidae) παρατηρήθηκε τα τελευταία πέντε έτη να προξενεί σημαντικές ζημιές σε πυξάρια (κυρίως Buxus sempervirens και Buxus rotundifolia). Ωστόσο η επέκταση των προσβολών έχει αρχίσει να μειώνεται από τη δράση παρασιτοειδών του γένους Torymus (Hymenoptera: Torymidae) (Βλ. Vamvakas et al. 2006).
Λοιποί εχθροί:
Gynaikothrips ficorum (Thysanoptera: Phloeothripidae): εχθρός των καλλωπιστικών φυτών του γένους Ficus στα οποία προσβάλλει την άνω επιφάνεια των φύλλων δημιουργώντας χαρακτηριστικές υπερπλασίες και συστροφές.  Το G. ficorum θηρεύουν αρπακτικά ημίπτερα και νευρόπτερα (Βλ. Παπαδούλης  &  Εμμανουήλ 2001).
Trioza alacris (Hemiptera: Triozidae):  εχθρός της Δάφνης του Απόλλωνα (Laurus nobilis, Lauraceae) στην οποία προσβάλλει την ακραία βλάστηση (Βλ. Τσαγκαράκης & Παπαδούλης, 2004). Το T. alacris θηρεύεται από αρπακτικά Anthocoridae (Hemiptera) και Syrphidae (Diptera) (Βλ. Τζώρτζη κ.α. 2005).
Xanthogaleruca luteola (Coleoptera: Chrysomelidae): Το έντομο αυτό προκαλεί σημαντική ζημιά στη φτελιά καθώς οι προνύμφες του μπορούν να προκαλέσουν την πλήρη αποφύλλωση του δένδρου. Σημαντικό μέτρο για τη μείωση της προσβολής αποτελεί η συλλογή των νυμφών του εντόμου από το έδαφος, γύρω από τη βάση του κορμού των δένδρων, τους μήνες Μάιο-Σεπτέμβριο. Επίσης έχει παρατηρηθεί η δράση ωφελίμων: αρπακτικά ημίπτερα και νευρόπτερα και το ωοπαράσιτο Oomyzus galerucae (Hymenoptera: Eulophidae) (Βλ. Βαμβακάς & Μαλτέζου 2007).
Cameraria ohridella (Lepidoptera: Gracillariidae): Εχθρός της Ιπποκαστανιάς (Aesculus hippocastanum) στην οποία προσβάλλει (υπονομεύει) τα φύλλα (Anagnou et al. 2009, Αβτζής & Αβτζής 2005). Ωστόσο έχουν καταγραφεί αρκετά παρασιτοειδή τα οποία συμβάλλουν στη μείωση των πληθυσμών του εχθρού (Βλ. Πετεινάτος κ.α. 2005, Grabenweger et al. 2005).
Acizzia jamatonica (Hemiptera: Psyllidae): Εχθρός της Aκακίας Κωνσταντινουπόλεως (Albizia julibrissin) της οποίας προσβάλλει το φύλλωμα. (Βλ. Pasztor et al. 2010). Όταν οι πληθυσμοί του δεν ελέγχονται από τη δράση αρπακτικών συνιστάται επέμβαση με άλατα καλίου λιπαρών οξέων.
Ophelimus maskeli και Leptocybe invasa (Hymenoptera: Eulophidae) : εχθροί του ευκαλύπτου, στον οποίο προκαλούν κηκίδες στα φύλλα και τους νεαρούς βλαστούς αντίστοιχα. Το O. maskeli έχει ήδη αντιμετωπιστεί επιτυχώς από το παρασιτοειδές Closterocerus chamaeleon (Hymenoptera: Eulophidae). (Βλ. Μυλωνάς & Βαμβακάς 2006).
Scyphophorus acupunctatus (Coleoptera: Curculionidae): Καταγράφηκε πρόσφατα στην Αττική να προσβάλλει  Agave sp. (Βλ. Kontodimas & Kallinikou 2010). Η προσβολή από το S. acupunctatus μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο το φυτό-ξενιστή, κυρίως λόγω της τροφικής δράσης των προνυμφών που ορύσσουν στοές προς το εσωτερικό της στεφάνης του φυτού (καρδιά). Η προσβολή από τα ακμαία περιορίζεται στα νεαρά φύλλα. Η αντιμετώπισή του επιτυγχάνεται με την μηχανική καταστροφή των προσβεβλημένων φυτών.
Corythuca ciliata (Hemiptera: Tingidae): Προσβάλλει τα φύλλα του πλατανιού. Στην Ελλάδα καταγράφηκε για πρώτη φορά το 1988 (Βλ. Tzanaκaκis 1988). Όταν οι πληθυσμοί του δεν ελέγχονται από τη δράση αρπακτικών ημιπτέρων συνιστάται επέμβαση με άλατα καλίου λιπαρών οξέων, θερινό πολτό ή λάδι.
Περιστασιακά παρατηρούνται προσβολές από Daphnis nerii (Lepidoptera: Sphegidae) σε πικροδάφνη (Βλ. Κάρτσωνας & Κοντοδήμας 2005), από Argidae (Hymenoptera), Typhlocyba rosae (Hemiptera: Membracidae), Diplolepis rosae (Hymenoptera: Cynipidae) και Homalorhynchites hungaricus (Coleoptera: Curculionidae) σε τριανταφυλλιά (Βλ. Σαββοπούλου-Σουλτάνη 1999, Σίμογλου 2004, Kontodimas  & Kavallieratos 2004, Κάρτσωνας & Σταθάς 2005, Stille 1985), από τα κολεόπτερα Chrysomela americana (Chrysomelidae) σε δενδρολίβανο και λεβάντα (Βλ. Μπουχέλος κ.α. 1998) και Ottiorrhynchus sulcatus (Curculionidae) σε λιγούστρα, φωτίνιες κ.α. (Βλ. Σαββοπούλου-Σουλτάνη 1999), χωρίς όμως να απαιτείται λήψη μέτρων φυτοπροστασίας (παρά μόνο σε φυτώρια).

Ψεκασμοί σε κατοικημένες περιοχές
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι όσον αφορά στη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, απαγορεύονται οι ψεκασμοί σε κατοικημένες περιοχές ή σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων από αυτές των εντομοκτόνων 1ης κατηγορίας τοξικότητας (Τ+ σήμανση νεκροκεφαλή με χιαστή οστά, που φέρει την ένδειξη “δηλητήριο”) και 2ης κατηγορίας τοξικότητας (Τ σήμανση επίσης νεκροκεφαλή με χιαστή οστά, που φέρει την ένδειξη “τοξικό”). Ως εκ τούτου στο αστικό πράσινο επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο: εντομοκτόνα 3ης κατηγορίας τοξικότητας (σήμανση Χ, που φέρουν την ένδειξη “επικίνδυνο” ή “επιβλαβές” ή “ερεθιστικό”) και εντομοκτόνα τα οποία στερούνται τοξικολογικής κατάταξης και δεν φέρουν σήμανση τοξικότητας (Βλ. Νασιόπουλος 2005).

Κλείνοντας πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την εφαρμογή των παραπάνω και μεθόδων πρέπει παράλληλα να ακολουθούνται οι βασικές αρχές της oλοκληρωμένης αντιμετώπισης εχθρών, προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του, των συνθηκών και του σκοπού του αστικού και περιαστικού πρασίνου, οι οποίες επιγραμματικά είναι:
ü  Ο προσδιορισμός του αιτίου και των συνθηκών που προκάλεσαν την προσβολή.
ü  Η παρακολούθηση του βιολογικού κύκλου και της δραστηριότητας των πιθανών εχθρών και της εξέλιξης των προσβολών.
ü  Η γνώση του οικονομικού / αισθητικού επιπέδου προσβολής για κάθε περίπτωση φυτού-εχθρού.
ü  Η γνώση της ενδεδειγμένης μεθόδου για την αντιμετώπιση του εκάστοτε εχθρού.
ü  Η γνώση της κατάλληλης χρονικής στιγμής επέμβασης, η οποία διαφέρει ανάλογα με τη μέθοδο και τις εκάστοτε συνθήκες.
ü  Η καταγραφή των χειρισμών και κάθε πληροφορίας που σχετίζεται με το πρόβλημα που αντιμετωπίζεται.
ü  Η (επαν)αξιολόγηση των μεθόδων που χρησιμοποιούνται.

Σημείωση για τον αναγνώστη: Λόγω εξοικονόμησης χώρου δεν δημοσιεύεται η πλήρης λίστα της Βιβλιογραφίας που αναφέρεται στο παρόν κείμενο. Όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να τη ζητήσουν από τον κ. Κοντοδήμα στη δ/ση : d.kontodimas@bpi.gr.  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου