Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραγωγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραγωγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Το γάλα, ο ορισμός του «φρέσκου», οι κίνδυνοι, η ανυπαρξία βούλησης για προστασία του καταναλωτή – και «το φτηνό είναι και ακριβό»

Το γάλα, ο ορισμός του «φρέσκου», οι κίνδυνοι, η ανυπαρξία βούλησης για προστασία του καταναλωτή – και «το φτηνό είναι και ακριβό»

Του
Σταμάτη Λ. Σεκλιζιώτη
Γεωπόνου (ΑΠΘ) – Δρα Αρχιτέκτονα Τοπίου
(MPhil, PhD Birmingham UK)
Πρώην Β Γεωργικού Ακολούθου FAS/USDA (*)


(*) O Δρ Σ. Σεκλιζιώτης μεταξύ άλλων διακρίσεων, έχει τιμηθεί δύο φορές (2002 και 2009) με τα Βραβεία Αριστείας για το Αγροτικό Ρεπορτάζ (Honorary Awards «Excellence in Reporting») του Υπ. Γεωργίας των ΗΠΑ, USDA


Οι εξελίξεις της παραγωγής

Την 1η  Απρίλιου του 2015 σταματά το καθεστώς των ποσοστώσεων παραγωγής γάλακτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναλυτές αναφέρουν ότι (βλ. Έκθεση των Ernst & Young & τα Συμπεράσματα του Σεπτεμβρίου 2013 στις Βρυξέλλες σε συνέδριο της ΕΕ), η κατάργηση των ποσοστώσεων θα επηρεάσουν ελάχιστα την παραγωγή γάλακτος στην ΕΕ στο άμεσο μέλλον, αλλά βραχυπρόθεσμα θα προκαλέσει μικρής κλίμακας αλλαγές στον κλάδο γαλακτοκομικών προϊόντων στην ΕΕ. Αναμένεται μετά το 2015 αύξηση της παραγωγής της τάξεως του 5%, ενώ ο τιμές παραγωγού (στο κτήμα) θα πέσουν κατά 10% περίπου (εκτιμήσεις). Όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι η αστάθεια των τιμών θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που θα αντιμετωπίσουν οι γαλακτοπαραγωγοί μετά την κατάργηση των ποσοστώσεων. Σύμφωνα με τις αναλύσεις που δημοσιεύονται, οι χαμηλότερες τιμές και οι μεγαλύτερες διαθεσιμότητες σε γάλα θα οδηγήσουν στην παραγωγή περισσότερων ποσοτήτων γαλακτοκομικών προϊόντων, άρα μεγαλύτερη προσφορά για εξαγωγές, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει και πτώση των διεθνών τιμών.

Προβλέψεις του 2012 της Δ/σης Γεωργίας της ΕΕ (DG Agri) για την επόμενη 10ετία (μέχρι και το 2022) μιλούν για αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγών, κυρίως των ευρωπαϊκών τυριών και του αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη (skim milk powder ή SMP) που θα φτάσουν να καλύπτουν περί το 32% της παγκόσμιας ζήτησης που εμφανίζεται αυξημένη. Το πλήρες γάλα σε σκόνη (whole milk powder ή WMP) θα παρουσιάσει πτώση λόγω της αυξημένης ανταγωνιστικότητας από χώρες της Ωκεανίας, ενώ τα ευρωπαϊκά βούτυρα θα παραμείνουν ασυναγώνιστα λόγω της απόστασης μεταξύ των ευρωπαϊκών και των διεθνών τιμών.  
Περισσότερα για τη συνάντηση των Βρυξελλών του Σεπτεμβρίου 2013 παρουσιάζονται στη σελίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: http://ec.europa.eu/agriculture/events/dairy-conference-2013_en.htm




Οι Ευρωπαϊκές ενώσεις παραγωγών γάλακτος από τον Μάρτιο του 2013 ζητούν από την ΕΕ να μην υπάρξουν άλλα εμπόδια που θα αποθαρρύνουν νέους αγρότες να ασχοληθούν με την αγελαδοτροφία, όταν ήδη ο πληθυσμός των αγροτών του κλάδου εμφανίζεται γερασμένος και οι ανταγωνιστικές χώρες εκτός της ΕΕ κάνουν συνεχώς επενδύσεις στην γαλακτοπαραγωγή. Τις ίδιες απόψεις εκφράζει και ο Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Εμπόρων Γαλακτοκομικών προϊόντων (EUCOLAIT) ο οποίος έχει ήδη παρέμβει με προτάσεις για την νέα ΚΑΠ (2014-2020). Υπάρχει η κοινή άποψη στην ΕΕ ότι διεθνώς οι αγορές του κλάδου διευρύνονται με παράλληλη αύξηση της ζήτησης πράγμα που σημαίνει ότι οποιαδήποτε «περιοριστικά μέτρα» στην Ευρώπη για μείωση της παραγωγής θα ευνοήσουν μόνο τους ανταγωνιστές της.    

Στο μεταξύ, σύμφωνα με το Αμερικανικό Υπ. Γεωργίας USDA (Υπηρεσία Εξωτερικών Υποθέσεων Γεωργίας, ή FAS) οι αποδόσεις σε γάλα των ευρωπαίων αγελάδων εμφανίζει αυξητική πορεία, όχι όμως και ο πληθυσμός των αγελάδων ο οποίος παρουσιάζει πτώση τα 3 τελευταία χρόνια, περίπου κατά μισό εκατομμύριο κεφαλές. Η αύξηση όμως της παραγωγικότητας του ζωικού κεφαλαίου που μένει για να παράγει είναι αισθητή και μετρίσιμη, γεγονός που θα συμβάλλει προσθετικά στις αναμενόμενες αυξημένες παραγωγές μετά την κατάργηση των ποσοστώσεων. Στη Σουηδία καταγράφονται οι υψηλότερες αποδόσεις σε ευρωπαϊκό έδαφος με 8000 κιλά/έτος και πλέον, και ακολουθούν οι Φινλανδία, η Δανία και η Ολλανδία (με 7-7500 κιλά) ενώ προς το τέλος της κατάταξης βρίσκεται και η Ελλάδα με 4000-4500 κιλά.


Το ισοζύγιο γάλακτος στην ΕΕ και στην Ελλάδα

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές η προσφορά και κατανάλωση γάλακτος σε υγρή μορφή στην ΕΕ-27 για την τρέχουσα εμπορική περίοδο 2013-2014, έχει τα εξής χαρακτηριστικά:

Σύνολο αγελάδων στη παραγωγή:   22,7 εκατομμύρια κεφαλές
Παραγωγή «φρέσκου» γάλακτος:   144,3 εκατομμύρια μετρικοί τόνοι (ΜΤ)
Εξαγωγές γάλακτος σε υγρή μορφή εκτός ΕΕ:   282.000 ΜΤ
Κατανάλωση εντός της ΕΕ:   34 εκατομμύρια ΜΤ
Πρώτη ύλη για την ευρωπαϊκή γαλακτοβιομηχανία & τυροκομία:  110 εκατομμύρια ΜΤ
Εισαγωγές γάλακτος από τρίτες χώρες εκτός ΕΕ-27, αμελητέες: περί τους 5000 τόνους (ΜΤ)…

Σύμφωνα με τον ΕΛΟΓΑΚ, η χώρα μας παράγει σήμερα περί τους 600.000 τόνους αγελαδινού. Για το 2013 εμφανίζεται πτώση της τάξεως του 5.8% σε σχέση με το 2012, αλλά καταγράφεται και συνεχής πτώση παραγωγής και αριθμού παραγωγών για την 10ετία 2003-2013, αντίθετα με την Κοινοτική ποσόστωση που έχει ανέλθει στους 869.589 τόνους (υπάρχει δηλαδή ένα άνοιγμα των 265.000 τόνων ανάμεσα στην παραγωγή και την ποσόστωση). Οι τιμές παραγωγού ήταν στα 0,4465 € (το 2012) και στα 0,4551 € (το 2013).

Η Ελλάδα εισάγει κάθε χρόνο άλλους 300.000 ΜΤ γάλα από την ΕΕ σε διάφορες μορφές και αρκετές ποσότητες από γειτονικές βαλκανικές χώρες σε μια προσπάθεια να «πιστοποιεί» και να βαφτίζει το γάλα είτε ως «φρέσκο», είτε και ως «ελληνικό»….. Το 45% περίπου του εισαγόμενου είναι πλήρες γάλα (whole milk) το οποίο στην στατιστική ονοματολογία αναφέρεται ως «fresh» (φρέσκο)….!!!!!.  Το 41% είναι γάλα εβαπορέ (αφού έχει αφαιρεθεί το 60% του νερού από το φρέσκο γάλα…), ένα 7% είναι αποβουτυρωμένο και άλλο ένα 7% διάφορα άλλα γάλατα, πλήρη και συμπυκνωμένα, σκόνες, κλπ. Η ποσότητες αυτές αντιστοιχούν σε μια αγορά (εντός της χώρας μας) της τάξεως των 337 εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, θα έλεγε κανείς «παράδεισο» των ευρωπαίων εμπόρων αγελαδινού γάλακτος ο οποίος όλο και μεγαλώνει όσο εγκαταλείπεται η ελληνική αγελαδοτροφία (συνειδητά ή ασυνείδητα, με τεράστιες πάντως πολιτικές ευθύνες από εντάξεως στην ΕΕ.….). 


Ποιος όμως είναι ο ορισμός του φρέσκου γάλακτος ;

Εδώ υπάρχουν διάφοροι ορισμοί και εξαρτάται από το τι εννοούμε με τους όρους «γνήσιο», «φρέσκο», «νωπό», «ανεπεξέργαστο», κλπ. Ο ορισμός που επικρατεί στις περισσότερες χώρες όπου η αγελαδοτροφία στηρίζεται στις χορτονομές και τις βοσκές και λιγότερο στις συμπυκνωμένες τροφές…. είναι ότι:

 «το φρέσκο γάλα προέρχεται από αγελάδες βοσκής, περιέχει όλο το λίπος, δεν έχει υποστεί την οποιαδήποτε επεξεργασία, είναι νωπό και μη ομογενοποιημένο»….. 

Η γενική πάντως άποψη που επικρατεί είναι ότι το φρέσκο, νωπό ή ανεπεξέργαστο γάλα (που δεν έχει υποστεί παστερίωση, ούτε καν ήπια παστερίωση, γνωστό και ως “raw milk” κατ’ άλλους «φρέσκο ημέρας») έχει διάρκεια ζωής μικρότερη της μιας εβδομάδας. Υπάρχουν υποστηρικτές του «ότι η διάρκεια αυτού του γάλακτος μπορεί να κρατήσει μέχρι και δύο εβδομάδες αν τηρηθεί αυστηρά ο σωστός κύκλος ψύξης». Το γάλα παστερίωσης επιμηκύνει ασφαλώς τη διάρκεια ζωής του μέχρι και τις 12 ήμερες σε κατάλληλες συνθήκες και το υψηλής παστερίωσης (μακράς διάρκειας) μέχρι και 6 μήνες σφραγισμένο….. Η διαφορά είναι ότι το μη παστεριωμένο (φρέσκο) γάλα σε κατάλληλο περιβάλλον (αλκαλικό), περιέχει και όλους τους ωφέλιμους μικροοργανισμούς, πιθανώς και κάποιους επιβλαβείς (τυχαία παρουσία), πράγμα που εξαρτάται από την υγιεινή των ζώων και της παραγωγικής διαδικασίας. Το πλεονέκτημα του φρέσκου ημέρας (που προφανώς δεν μπορεί να είναι συγχρόνως και ημέρας και εισαγόμενο…..) είναι ότι περιέχει όλα του τα συστατικά που καταστρέφουν παθογόνους οργανισμούς (αντισώματα, ωφέλιμα βακτηρίδια, πρωτεΐνη Β12, λακτοπεροξειδάση, λιπαρά οξέα μέσης αλυσίδας ή MCFA, την Λακτοτρανσφερίνη (LTF) που υπάρχει και στο μητρικό γάλα, κλπ), παρεμποδίζουν την απορρόφηση παθογόνων από τα τοιχώματα του εντέρου και ενδυναμώνουν το ανοσοποιητικό σύστημα.
Στην περίπτωση του παστεριωμένου γάλακτος όλα αυτά τα πλεονεκτήματα ελαχιστοποιούνται μέχρι που μηδενίζονται (για περισσότερες πληροφορίες βλ.: (Scientific American, December 1995; British J of Nutrition, 2000:84(Suppl. 1):S3-S10, S75-S80, S81-S89)  




Η μεγαλοποίηση  των Κινδύνων γύρω από το «φρέσκο»

Αν και το φρέσκο γάλα, όπως κάθε τροφή, μπορεί να επιμολυνθεί και να προκαλέσει ασθένειες, οι κίνδυνοι που συνδέονται με το φρέσκο γάλα πολλάκις μεγιστοποιούνται. Αναφέρονται αναλύσεις περιστατικών στις ΗΠΑ (πάνω από 70), όπου το φρέσκο γάλα σκόπιμα ενοχοποιήθηκε για πρόκληση ασθενειών. Διαπιστώθηκε μεγάλη προκατάληψη κατά του προϊόντος, λάθος εκτιμήσεις που δεν στηρίχθηκαν σε «βάσιμα» θετικά δείγματα γάλακτος, παραποιήσεις στοιχείων και λανθασμένες μέθοδοι στατιστικής ανάλυσης. Μια σπουδαία συλλογή βιβλιογραφίας και πολλά επιχειρήματα αναφέρονται στην 133 σελίδων έκθεση του Ιδρύματος  Weston A. Price (αμερικανική ΜΚΟ για την Εκπαίδευση και Επιμόρφωση σε Θέματα Διατροφής). (Βλ.:http://www.realmilk.com/wp-content/uploads/2012/11/ResponsetoMarlerListofStudies.pdf

Το Αμερικανικό Υπ. Γεωργίας (USDA) μαζί με την Υπηρεσία Ελέγχου τροφίμων και φαρμάκων (FDA) έχουν αναφέρει εδώ και χρόνια (2003) ότι συγκριτικά με το φρέσκο γάλα έχουν καταγραφεί 515 περισσότερες δηλητηριάσεις από Λιστέρια (Listeria Monocytogenes) από αλλαντικά παρά από «φρέσκο γάλα» και 29 περισσότερες από παστεριωμένο γάλα παρά από φρέσκο. (Βλ.: Interpretive Summary – Listeria Monocytogenes Risk Assessment, Center for Food Safety and Applied Nutrition, Sept. 2003, p.17). Το παστεριωμένο γάλα λόγω της μεγάλης ποσότητας που διακινείται και της απουσίας αντιμικροβιακών συστατικών, όταν επιμολυνθεί μπορεί να προκαλέσει ασθένειες σε πολύ ευρύτερο πληθυσμό (το 1984-85 προσβλήθηκαν 200.000 άνθρωποι στις ΗΠΑ, ενώ το 2007 τρείς άνθρωποι πέθαναν στην Μασαχουσέτη από παστεριωμένο γάλα).    

Το φρέσκο γάλα σε αντίθεση με το παστεριωμένο μπορεί να ξινίσει, που δεν είναι και κάτι το «κακό», αλλά όσοι γνωρίζουν από γάλα, δεν σημαίνει ότι το πετάμε. Επιδέξιες νοικοκυρές φτιάχνουν βουτυρόγαλα, κρέμα γάλακτος, τυρί κρέμα, κ. ά. (souring = good ή «το ξίνισμα είναι καλό», λένε οι αγγλοσάξονες…). Αντίθετα το παστεριωμένο γάλα όταν αλλοιωθεί γίνεται ακατάλληλο προς βρώση, αλλά και προς χρήση.

Το ποιοτικότερο φρέσκο (νωπό) γάλα είναι αυτό που προέρχεται από ζώα που τρέφονται με υγιεινές τροφές (χορτονομή από βοσκές και από εκτροφή σε βοσκές) και που δεν «φορτώνονται» με φάρμακα (αντιβιοτικά, ορμόνες, κλπ). Γάλα από τέτοιες εκτροφές διαρκεί πολύ περισσότερο της μιας εβδομάδας σε κατάλληλη ψύξη και όταν τελικά φτάσει να κόψει σε γάρο, θρόμβους και πέτσες, διατηρεί ακόμη τη γλυκιά του γεύση και γίνεται περισσότερο θρεπτικό. Πριν από το κόψιμο, και όταν αρχίζει η ζύμωση φτιάχνει μια πολύ καλή και απαλή γιαούρτη και το πλούσιο ρόφημα το γνωστό κεφίρ…..!!!!       

Ποιοτικοί παράμετροι που δεν ελέγχονται συστηματικά (έως καθόλου)

Μία άλλη εξίσου σοβαρή («αδιαφανής») παράμετρος και μη ανιχνεύσιμη από τις ελεγκτικές υπηρεσίες δημόσιας υγείας, που χαρακτηρίζει την ποιότητα του γάλακτος (φρέσκου ή μη) και η οποία δεν φαίνεται να λειτουργεί προς όφελος του καταναλωτή, είναι το γεγονός ότι τα βοοειδή, τα χοιρινά και τα πουλερικά στην ΕΕ, τρέφονται εδώ και πολλά χρόνια με Γενετικά Τροποποιημένες (ΓΤ) ζωοτροφές (κυρίως σόγια και καλαμπόκια) και με πολλά πρόσθετα και ένζυμα που παράγονται από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς.

Εκτιμάται ότι 30 εκατομμύρια τόνοι μεταλλαγμένων ζωοτροφών εισάγονται στην ΕΕ κάθε χρόνο. Σε όλα τα σιτηρέσια στην ΕΕ η μεταλλαγμένη σόγια συμμετέχει κατά 25-30% στις έτοιμες ζωοτροφές, ίσως και περισσότερο (στα σταβλισμένα ζώα). Αν και οι ΓΤ ζωοτροφές επιβάλλεται να φέρουν σήμανση «non-GMO» και να συνοδεύονται από σχετικά πιστοποιητικά κατά την εισαγωγή τους στην ΕΕ, κανένα από τα κτηνοτροφικά προϊόντα όπως το γάλα, τα αυγά και το κρέας δεν φέρουν ανάλογη σήμανση…. Το μεγαλύτερο ποσοστό γαλακτοπαραγωγών μονάδων εκτροφής στην ΕΕ από όπου προέρχονται οι εισαγόμενοι 300.000 τόνοι γάλακτος και στην Ελλάδα, χρησιμοποιούν ΓΤ ζωοτροφές και κανένα φορτίο που καταφτάνει στη χώρα μας δεν φέρει πιστοποίηση, ούτε καν του ζητείται να φέρει. Όποιο γάλα φτάνει στη χώρα μας από «άγνωστα ζώα», με «άγνωστη σύνθεση» και «άγνωστη διαδικασία διατήρησης» δεν μπορεί να έχει απολύτως καμία σχέση με τον «ορισμό του φρέσκου» ανεξαρτήτως διάρκειας ζωής, ενώ δημιουργείται τεράστιο θέμα με τον εύκολο χαρακτηρισμό «φρέσκο»…. Η ετικέτα του «φρέσκου» θα πρέπει να χορηγείται μόνο στο προϊόν που τηρεί τον ορισμό και τις προδιαγραφές του «φρέσκου»…



Από το 1989 η ΕΕ έχει απαγορεύσει την χρήση ορμονών στα ζώα κρεοπαραγωγής και γαλακτοπαραγωγής για αύξηση της παραγωγής κρέατος και γάλακτος. Υπάρχουν όμως αναφορές (1996) για παράνομη χρήση, με το Βέλγιο να πρωτοστατεί στη διάθεση απαγορευμένων ορμονών στην μαύρη αγορά μέχρι και την Ολλανδία και τη Γαλλία, αλλά και νωρίτερα (1992) στην Ιρλανδία, χωρίς να έχουν εξαρθρωθεί τα κυκλώματα. Η απαγόρευση της ΕΕ προκάλεσε διακίνηση των ουσιών αυτών στη μαύρη αγορά, το μέγεθος της οποίας είναι απροσδιόριστο. Δημοσιεύματα στο Βέλγιο αναφέρουν ότι το 25% της παραγωγής έχει κάνει χρήση, ενώ στην Ιρλανδία υπήρξαν αναφορές επίσης για το 25% με το Υπ. Γεωργίας της χώρας να το παραδέχεται αλλά να μιλάει για το 3%....!!!!
Σήμερα στην ΕΕ τα κρέατα και τα γαλακτοκομικά διακινούνται ελεύθερα χωρίς την υποχρέωση σήμανσης Hormone-free κρέας ή γάλα…!!! Οι ευρωπαϊκές καταναλωτικές οργανώσεις και μαζί η επιστημονική κοινότητα συμφωνούν ότι οι έλεγχοι είναι ελλιπείς στο έδαφος της ΕΕ (κάπως καλύτερα πάντως από το τι συμβαίνει στις ΗΠΑ…), το δε πεδίο για τη διακίνηση προϊόντων «αμφιβόλου ποιότητας» είναι πλέον ανοιχτό στο εμπόριο το οποίο όταν χρειαστεί ασκεί τις δικές του πιέσεις στις Βρυξέλλες για να πετύχει ακόμη περισσότερη ελευθερία και μειωμένους ελέγχους. Η οικονομική κρίση έχει επιτείνει το πρόβλημα λόγω έλλειψης προσωπικού, πόρων και μέσων, κυρίως στις χώρες του νότου όπου οι βόρειοι μπορούν να στέλνουν οτιδήποτε είναι για «πέταμα», το δε εμπόριο να τα διακινεί σε ανταγωνιστικές τιμές με περιφρόνηση της ποιότητας και των επιπτώσεων στην υγεία των καταναλωτών οι οποίοι εθίζονται στο φτηνό (αναγκαστικά) και ξεχνούν το ποιοτικό και το υγιεινό. Ότι συμβαίνει με τα φάρμακα το βλέπουμε να συμβαίνει και στα τρόφιμα. Η παρατεταμένη κρίση και οι πολιτικές που την συντηρούν σαφέστατα ακουμπούν και τη διατροφή των πολιτών. 

Τι πρέπει να συντρέχει «τούτη την ώρα των μαχών»

Αυτό που συντρέχει «τούτη την ώρα των μαχών» ανάμεσα στα «εγχώρια» υπουργεία Ανάπτυξης και ΥΠΑΑΤ, τους φωστήρες του ΟΟΣΑ και μια  ξεροκέφαλη και βλακώδη τρόικα γνωστών υπαλληλίσκων με τα μπακαλίστικα αριθμητήρια στη μασχάλη, η οποία δεν ασχολείται καν με την ουσία (τρίπτυχο ποιότητας -  καταναλωτή - κοινωνίας), ούτε είναι σε θέση να καταλάβει τι ακριβώς της ανέθεσαν να ασχοληθεί και να επιβάλλει, είναι:
·         Οι αυστηροί έλεγχοι των εισαγόμενων «άσπρων υγρών» με το όνομα «γάλα» από έναν διαλυμένο, σχεδόν ανύπαρκτο, κρατικό μηχανισμό  και να σταματήσουν επιτέλους να το αποκαλούν «φρέσκο» (με συχνότερες δειγματοληψίες στα σημεία εισόδου και στα ράφια, απαίτηση πιστοποιητικών για αφλατοξίνες, ελέγχους για σωματικά κύτταρα ανά ml, παρουσία ΓΤ DNA, ορμονών, αντιβιοτικών, κ.ά.)
·         Απαγορεύσεις και μέτρα προς παρεμπόδιση ανάμειξης εισαγόμενων με εγχώριο γάλα που εξυπηρετεί την κερδοσκοπία λόγω της διαφοράς τιμών κατά 25-30% μεταξύ του ελληνικού και του εισαγόμενου προϊόντος, αλλά και μέτρα αποφυγής της όποιας παραπλάνησης των καταναλωτών (αναθεώρηση του καθεστώτος ετικέτας, σήμανσης, συσκευασίας, αναφορά προέλευσης, κλπ). 
·         Επαναφορά και αυστηροποίηση της αγορανομικής διάταξης η οποία προέβλεπε την υποχρεωτική αναγραφή της χώρας προέλευσης της πρώτης ύλης στις συσκευασίες. 
·         Η «διακριτή ποιοτική διαβάθμιση» του γάλακτος στα ελληνικά ράφια και όχι η κατάταξη του βάσει της διάρκειας ζωής του, επιτρέποντας την αναγραφή «φρέσκο» στην ετικέτα μόνο για το επιστημονικά οριζόμενο ως «φρέσκο».
·         Ο καθορισμός της λιανικής τιμής βάσει ποιότητας και συστατικών, αλλά και διαφώτιση του καταναλωτή προς μια συμπεριφορά με την κρατική παρουσία και καθοδήγηση των παραγωγικών φορέων, που θα τον βοηθήσουν να καταφέρει να απαγκιστρωθεί από την τιμή του προϊόντος κάνοντας επιτέλους «συνήθεια και κτήμα του» το γεγονός ότι τα όποια σκουπίδια στα ράφια με το ψευδώνυμο του «φρέσκου» είναι μεν φτηνότερα, αλλά κοστίζουν πολλαπλάσια σε ποιότητα ζωής, σε θρέψη και σε βλάβες υγείας (ότι είναι φτηνό είναι και ακριβό).   

Υπάρχει βούληση ή αυτή που υπάρχει δεν είναι δική μας ; 

Το Υπ. Aνάπτυξης κάνει το λάθος να μην ξέρει τι θα πει «φρέσκο» (ή προσποιείται ότι δεν ξέρει) στηρίζοντας μια τελείως λανθασμένη άποψη του ΟΟΣΑ (από μελέτη μάλιστα που συντάχθηκε, ποιος ξέρει πως και γιατί, και την πλήρωσε το ίδιο το ελληνικό δημόσιο…!!!), χωρίς να έχει εμπεριστατωμένη επιστημονική «γεωτεχνική» άποψη, χωρίς βαθιά γνώση της αγοράς στη χώρα και την ΕΕ, άρα χωρίς πειστικά επιχειρήματα, αυτοπαγιδευμένο σε μια ακριβοπληρωμένη μελέτη και αφήνοντας να αιωρούνται παρερμηνείες και καχυποψίες. Η εμμονή σε μια επιμήκυνση της διάρκειας ζωής στο «φρέσκο» γάλα από 5 σε 7 ημέρες…., δεν έχει κανένα νόημα από την πλευρά της επιστήμης και της τεχνολογίας γάλακτος, έχει μόνο πολιτικό σκοπό, δυστυχώς σε όφελος και προς διευκόλυνση του εισαγωγικού εμπορίου, ενώ για μια ακόμη φορά και ανερυθρίαστα, περιφρονεί και ζημιώνει την ελληνική κτηνοτροφία και όσους την υπηρετούν. Σε «φωναχτά» θέματα δικαίου και εθνικού συμφέροντος, το Υπ. Ανάπτυξης και άλλα υπουργεία θα μπορούσαν να χτυπήσουν «ηχηρά» το χέρι στο τραπέζι των προκλητικών υπαλληλίσκων της τρόικας. Δεν πονάει η παλάμη…. και αν πονέσει θα κρατήσει για λίγα δευτερόλεπτα….!!!! 
   
Από την άλλη πλευρά το ΥΠΑΑΤ έχει τη γνώση και την εμπειρία, τους κατάλληλους ανθρώπους (που άλλοτε τους χρησιμοποιεί και άλλοτε τους αγνοεί), προβαίνει συνεχώς σε υπουργοκεντρικούς χειρισμούς και με τη σειρά του δείχνει να στηρίζει την εγχώρια παραγωγή και μεταποίηση (και καλώς πράττει εάν αυτός είναι ο στόχος), «κίνηση» που οι κοινοτικοί και οι τροϊκανοί δεν την ακούνε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Ζούμε σε μια ΕΕ όπου «η όποια εθνική παρέμβαση για εθνική προστασία εθνικών κλάδων της οικονομίας, δεν αρέσει» και ενίοτε τιμωρείται…. Η μεγαλύτερη όμως παράλειψη των εκάστοτε ΥΠΑΑΤ από το 1981 και μετά, ήταν η έλλειψη εθνικής στρατηγικής προς μια «γαλακτοπαραγωγή» αυτάρκειας, η μόνη που θα γύρναγε τα πράγματα ανάποδα, θα αποστόμωνε τους υπαλληλίσκους του Τόμσεν και θα καθιστούσε τη συζήτηση των ημερών γύρω από το γάλα τελείως περιττή…




Η άποψη ότι η Ελλάδα δεν παρέχει τις κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί η αγελαδοτροφία της είναι λάθος και δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα. Σχεδόν όλες οι ζώνες γύρω από τους υγροβιοτόπους της, τις λίμνες της, τα δέλτα των ποταμών της, η παραδοσιακή ορεινή και νησιώτικη αγελαδοτροφία με τις βαθμιαία αφανιζόμενες φυλές ζώων, έχουν τη δική τους δυναμική με τεράστια οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη για τον τόπο και τις τοπικές κοινωνίες που ελάχιστα απασχόλησαν τους περαστικούς από το ΥΠΑΑΤ και ακόμη πιο λίγο την επενδυτική πολιτική. Μια ξεχωριστή εικόνα που διαψεύδει πολλούς, έρχεται από τη βουβαλοτροφία της Κερκίνης, την Τηνιακή σπάνια Αγελάδα που ήδη δίνει μεροκάματα σε πρώην οικοδόμους νησιώτες…. και άλλων περιοχών, παραδείγματα που κυριαρχούν «μέσα στο γενικό τίποτε», με πρωτεργάτες μερικούς ήρωες κτηνοτρόφους που επιμένουν σε πείσμα της γενικής αδιαφορίας και αγιάτρευτης ανοησίας των αρμοδίων…

Τα πάντα είναι θέμα χάραξης ή όχι μιας «αγροτικής χωροταξικής οργάνωσης», επιτέλους ενός εθνικού σχεδίου αγροτικής πολιτικής προσανατολισμού και στοχευμένων ενισχύσεων, ενδεδειγμένης αξιοποίησης της «μοναδικής στον κόσμο» βιοποικιλότητας, της επιστημονικής έρευνας, των εδαφικών, των βιοκλιματικών και των ανθρώπινων πόρων της χώρας.       




Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Όσπρια: Η Παγκόσμια παραγωγή, η ζήτηση και η σημασία της καλλιέργειας

Όσπρια
Η Παγκόσμια παραγωγή, η ζήτηση και η σημασία της καλλιέργειας

Του
Δρα Σταμάτη Σεκλιζιώτη,
Γεωπόνου ΑΠΘ – Αρχιτέκτονα Τοπίου (Ph.D.)
Πρώην Β Ακόλουθου Γεωργικών Υποθέσεων, Υπ. Γεωργίας ΗΠΑ (Foreign Agricultural Service – FAS/USDA, Αμερικανική Πρεσβεία, Αθήνα)
Σήμερα: Σύμβουλου Γεωργικών Υποθέσεων & Περιβάλλοντος


Η παραγωγή οσπρίων παγκοσμίως εμφανίζεται σταθερά ανοδική

Από καναδικές πηγές, μαθαίνουμε ότι η παραγωγή και η κατανάλωση των οσπρίων για τα επόμενα δέκα χρόνια εμφανίζεται με πολύ καλές προοπτικές, με αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, ιδιαίτερα στην Νοτιοανατολική Ασία, αλλά και στην Ευρώπη και την Αμερικανική Ήπειρο όπου σημειώνεται σημαντική αύξηση της ζήτησης. Άλλωστε η προβλεπόμενη αύξηση της ζήτησης λόγω αύξησης πληθυσμού, της σημαντικής στροφής προς τις φυτικές ίνες και την υγιεινή διατροφή, αλλά και η επέκταση των αγορών για περισσότερο ποιοτικά διατροφικά προϊόντα όπως τα όσπρια (υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, βιταμίνες, ιχνοστοιχεία και πολλές θερμίδες που υπολογίζονται στις 360-370 cal/100 grams), οδηγούν τελικά στο συμπέρασμα ότι η ίδια η κατανάλωση και οι προτιμήσεις των καταναλωτών συμπαρασύρουν την αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής η οποία τα τελευταία χρόνια πορεύεται ανοδικά κατά 5-6% ετησίως. Η παγκόσμια παραγωγή των κύριων τύπων οσπρίων με «ναυαρχίδα» τις φακές αναμένεται να διπλασιαστεί μέχρι το 2050 (Πηγή: www.statpub.com).
Οι πρόβλεψη της παγκόσμιας παραγωγής φασολιού (σύνολο ξηρών φασολιών) για το εμπορικό έτος 2013-2014 παρουσιάζεται αυξημένη σε σχέση με το τρέχον εμπορικό έτος 2012-2013 και θα αγγίξει τα 2,2 εκατ. ΜΤ με αυξήσεις παραγωγής στην Κίνα και την Βραζιλία, παρά την ελαφρά πτώση που προβλέπεται για την παραγωγή στις ΗΠΑ. Οι προβλέψεις για τις φακές είναι 3,7 εκατ. ΜΤ και για τα ρεβίθια τα 9,7 εκατ. ΜΤ (μετά την έξαρση φυτεύσεων και παραγωγής στο Πακιστάν).
Σύμφωνα με τη Διεθνή ομοσπονδία εμπορίας και βιομηχανιών οσπρίων (International Pulse Trade and Industries Confederation) οι τιμές για τις φακές στην ερχόμενη εμπορική περίοδο αναμένονται να σταθεροποιηθούν στα τωρινά ικανοποιητικά επίπεδα, ενώ για τα υπόλοιπα όσπρια αναμένεται άνοδος τιμών. Άλλοι αναλυτές αναφέρουν ότι οι τιμές πιθανόν και να κυμανθούν σε ικανοποιητικά μεν επίπεδα, χωρίς εντυπωσιακές μεταβολές προς τα πάνω. Οι αναφορές από την Ινδία και άλλες παραγωγούς χώρες ομιλούν για μια προβλεπόμενη ζήτηση, μόνο από την Ινδία για το 2013-2014 του εντυπωσιακού ποσού των 19 εκατ.- 20 εκατ. ΜΤ οσπρίων, μια σημαντική αύξηση περίπου 10% σε σχέση το εμπορικό έτος 2012-2013 που θα αυξήσει τις εισαγωγές από Κίνα, Μιανμάρ και Τανζανία και θα επηρεάσει τη διαμόρφωση των διεθνών τιμών.
Στην Ινδία και άλλες παραγωγές χώρες της Ασίας, προωθείται και ενισχύεται η παραγωγή οσπρίων από τις τοπικές αγροτικές πολιτικές, λόγω της μεγάλης ζήτησης τοπικά αλλά και παγκοσμίως.

Η ελληνική ζήτηση και διαθεσιμότητα

Στην ίδια βοτανική κατηγορία (των ψυχανθών) υπάρχουν πάνω από 1000 είδη από τα οποία καλλιεργούνται περί τα 20 είδη, για ανθρώπινη κατανάλωση. Στη χώρα μας καλλιεργούνται τα περισσότερα σε μια έκταση περίπου 150.000 στρεμμάτων, αλλά όχι σε ικανές ποσότητες που να καλύπτουν τις ανάγκες.
Τα φασόλια, η φακή και το ρεβίθι ανοίγουν σημαντικές ευκαιρίες για εκείνους που θέλουν να ασχοληθούν με τις καλλιέργειες αυτές, καθώς η Ελλάδα είναι «δραματικά» ελλειμματική με εισαγωγές 35-38.000 ΜΤ ετησίως και ανάγκες σε όσπρια που ξεπερνούν τους 100.000 ΜΤ σε αυξητική πορεία. Εισάγονται περί τους 18.000 ΜΤ φασόλια (από ΗΠΑ, Καναδάς, Αλβανία, Αργεντινή, Γιουγκοσλαβικές χώρες, κ.ά.), 11.500-12.000 ΜΤ φακές (από Καναδά, Τουρκία, ΗΠΑ) και 5.000 ΜΤ ρεβίθια ετησίως σχεδόν αποκλειστικά από Τουρκία, όταν η χώρα ήταν απόλυτα αυτάρκης πριν τη ένταξη στην ΕΕ. Οι πολλές φιλόξενες περιοχές της Ελλάδας με μεγάλες δυνατότητες, οι καλές αποδόσεις ανά μονάδα επιφανείας, οι σχετικά καλές τιμές παραγωγού και οι αυξημένες ανάγκες στην κατανάλωση, αποτελούν σοβαρό κίνητρο για την επιστροφή της καλλιέργειας των οσπρίων στη χώρα μας, σε συνθήκες σωστής καθοδήγησης και αποφυγή της καταφυγής σε καλλιέργειες άγνωστες στον τόπο και αμφιβόλου ανταποδοτικότητας.  
Αν και η φακή καλλιεργείται στην περιοχή μας από το 7.000 Π.Χ., οι ποσότητες της φακής που παράγονται στην Ελλάδα παραμένουν ελάχιστες σε σχέση με το ύψος της κατανάλωσής της και με τα παλαιότερα χρόνια, με αποτέλεσμα ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 95% των αναγκών μας να καλύπτεται με εισαγωγές από Τουρκία, ΗΠΑ και Καναδά. Στη χώρα μας παράγονται ετησίως 30-33.000 ΜΤ όσπρια. Εκτιμάται ότι παράγονται 20.000-22.000 ΜΤ φασόλια, 2.700-2.900 ΜΤ ρεβίθια, 1.200-1.300 ΜΤ φακές, 3.200-3.400 ΜΤ κουκιά, 250-320 ΜΤ λαθούρια, 600- 650 ΜΤ μπιζέλια και λοιπά όσπρια (μαυρομάτικα φασόλια, πράσινα κ.λπ.).  


Αναδυόμενες εναλλακτικές χρήσεις των οσπρίων

Πέραν των πολυάριθμων συνταγών και των κατά τόπους ποικίλων (εθνικών) τρόπων κατανάλωσης των οσπρίων, η παγκόσμια βιομηχανία τροφίμων απορροφά μεγάλες πλέον ποσότητες οσπρίων για την παραγωγή πολλών ειδών σκευασμάτων και τροφών με βάση τα όσπρια. Στις ΗΠΑ, στην Ινδία, την Κίνα και αλλού εμφανίζεται αύξηση σε εναλλακτικές χρήσεις των οσπρίων, κυρίως ως πουρές οσπρίων, άλευρα αρτοποιίας και ως πρώτη ύλη στη βιομηχανία τροφίμων (για παρασκευή νιφάδων, chips, bean pita bread, μίγματα αλεύρων, ακόμη και λειτουργικών τροφίμων γνωστών ως functional foods για τον διατροφικά κλινικό έλεγχο του ζαχαροδιαβήτη, καρδιακών νοσημάτων, κλπ).
Σύμφωνα με το Αμερικανικό Συμβούλιο Ξηρών Φασολιών και Φακής (USA Dry Pea & Lentil Council) αν και σε περιορισμένη ακόμη κλίμακα, υπάρχουν ενδείξεις όπου τα όσπρια αρχίζουν και υποκαθιστούν τα σιτηρά στην αρτοποιία και την Παρασκευή αρτοσκευασμάτων. Ο ρόλος του Συμβουλίου, το οποίο εκπροσωπεί τους παραγωγούς οσπρίων στις ΗΠΑ είναι το lobbying και η προώθηση των οσπρίων στην κατανάλωση και τη βιομηχανία τροφίμων. Δεν είναι συνεταιρισμοί, αλλά οργανώσεις Προώθησης και Μάρκετινγκ που εργάζονται για τα συμφέροντα των παραγωγών που εκπροσωπούν και για την προώθηση των προϊόντων τους στις αγορές. Ένα από τα καθήκοντα επίσης είναι και οι παραστάσεις προ της κεντρική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση για μείωση του κόστους παραγωγής και των φόρων σε όφελος των παραγωγών, την έγκριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, κ. ά.
Ο διατροφικός πλούτος των ελληνικών παραδοσιακών ποικιλιών οσπρίων έχει κερδίσει το ενδιαφέρον του επιστημονικού κόσμου και των ελλήνων καταναλωτών εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά ο ενδιάμεσος μηχανισμός στήριξης χωλαίνει. Η έρευνα, η καταγραφή, η πιστοποίηση και η κρατική «θεσμική» προστασία του γενετικού υλικού δεν χαρακτηρίζονται από σοβαρότητα και ότι γίνεται, γίνεται από τις ΜΚΟ, τον επιστημονικό κόσμο με περιορισμένους πόρους και μέσα. Όσο για την ελληνική βιομηχανία τροφίμων αυτή περιορίζεται στη συγκέντρωση και συσκευασία κλασικών ποικιλιών και ποσοτήτων, χωρίς καινοτομίες και προγράμματα αξιοποίησης του πλούσιου αγροτικού μας βιοαποθέματος.    

Αειφορία

Κάτι που γνωρίζουν όσοι ασχολούνται με τα ψυχανθή και οφείλουν να καθοδηγούν κατάλληλα τον αγροτικό κόσμο προς δικό τους όφελος και του περιβάλλοντος. Τα όσπρια παίζουν σπουδαίο ρόλο στην υπόθεση της αειφορίας με πολλούς τρόπους. Αποτελούν σημαντικό, ίσως τον σημαντικότερο κρίκο στις πρακτικές αμειψισποράς στο χωράφι. Απαιτούν λιγότερα λιπάσματα συγκριτικά με άλλες καλλιέργειες και αποτελούν πηγή πρωτεΐνης «χαμηλού άνθρακα»…. Τα ψυχανθή είναι κομμάτι της αμειψισποράς που υποχρεούνται να εφαρμόζουν οι παραγωγοί ώστε να συντηρήσουν το ικανοποιητικό επίπεδο της γονιμότητας του εδάφους. Όπου τα όσπρια συμμετέχουν σε ολοκληρωμένες διαχειριστικές πρακτικές και στην καλή διαχείριση του εδάφους μια καλή ακολουθία αμειψισποράς θα ήταν τα σιτηρά (σιτάρι, κριθάρι ή βρώμη), ελαιόκαρποι (ελαιοκράμβη ή ηλίανθος) και όσπρια τα οποία ρυθμίζουν το άζωτο και ενισχύουν την αντίσταση των καλλιεργειών της ακολουθίας σε βακτηρία και μύκητες. 
Οι καλλιέργειες οσπρίων είναι καλλιέργειες με μικρό αποτύπωμα σε διοξείδιο του άνθρακα και νερό. Για παράδειγμα, το υδατικό αποτύπωμα για την παραγωγή ενός κιλού κρέατος βοδινού, χοιρινού, πουλερικών είναι 18, 11 και 5 φορές υψηλότερο από το υδατικό αποτύπωμα που αντιστοιχεί στην παραγωγή οσπρίων. Τα όσπρια έχουν χαμηλότερο αποτύπωμα διοξειδίου του άνθρακα  από όλες τις παραγωγές π.χ. ζωικής προέλευσης πρωτεΐνης. Πρόσφατες μελέτες αποδεικνύουν ότι ένα κιλό ψυχανθούς, ισοδυναμεί με την εκπομπή μισού κιλού διοξειδίου του άνθρακα, ενώ ένα κιλό βοδινού κρέατος εκπέμπει (ισοδύναμα) 9,5 κιλά διοξειδίου….   



Ξηρά φασόλια (όλες οι κατηγορίες)
αξία και ποσότητα ανά κύρια χώρα παραγωγής (2011)

Χώρα
Αξία παραγωγής ($1000)
Παραγωγή (MT)
1
Ινδία
2356705
4470000
2
Βραζιλία
1972006
3435370
3
Μιανμάρ
1601364
3721950
4
Κίνα
753476
1583498
5
ΗΠΑ
520874
899610
6
Τανζανία
386548
675948
7
Κένυα
347410
577674
8
Μεξικό
314287
567779
9
Ουγκάντα
244750
464105
10
Καμερούν
217704
380000

         
Φακές (όλες οι κατηγορίες)
αξία και ποσότητα ανά κύρια χώρα παραγωγής (2011)


Χώρα
                          Αξία  Παραγωγής 
($1000)
                                      Παραγωγή
(MT)
1
Καναδάς
600085
1531900
2
Ινδία
343503
943800
3
Αυστραλία
155037
379659
4
Τουρκία
121365
405952
5
ΗΠΑ
87650
214640
6
Νεπάλ
81210
206869
7
Συρία
41929
112470
8
Ιράν
35578
98516
9
Μπάγκλαντες
31832
80442
10
Αιθιοπία
31794
80952



  
  
Ρεβίθια (όλες οι κατηγορίες)
αξία και ποσότητα παραγωγής ανά χώρα (2011)


Χώρα
                      Αξία   Παραγωγής ($1000)
                   Παραγωγή (MT)
1
Ινδία
3255503
8220000
2
Αυστραλία
239004
513338
3
Μιανμάρ
218709
466738
4
Τουρκία
179070
487477
5
Αιθιοπία
150222
322839
6
Πακιστάν
132082
496000
7
Ιραν
113274
290243
8
Καναδάς
40564
90800
9
Τανζανία
33732
71182
10
Μεξικό
33430
72143