Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

ΗΜΕΡΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ 05/06/2011

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Οι «ΓΕΩΠΟΝΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» (Agronomists of the World) ιδρύθηκε από ομάδα πρωτοβουλίας Ελλήνων Επιστημόνων, Επιχειρηματιών, Ερευνητών, Ακαδημαϊκών, Αγροτών και ευαισθητοποιημένων Πολιτών με επαρκή εκπροσώπηση σε χώρες του εξωτερικού και συγγενείς οργανώσεις.

 Οι λόγοι, τα κίνητρα, οι διαπιστώσεις και ανησυχίες των Ιδρυτών και Υποστηρικτών των «ΓΕΩΠΟΝΩΝ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» καθώς και οι στόχοι της Εταιρίας, συνοψίζονται και εμπεριέχονται στο τρίπτυχο: «Γεωργία – Περιβάλλον – Διατροφή» το οποίο σε σχέση με τους υπόλοιπους τομείς της κοινωνικοοικονομικής δραστηριότητας αφορά τη διασφάλιση «κοινωνικών αγαθών πρώτης ανάγκης», είναι αλληλένδετες μεταξύ τους σαν έννοιες, σαν πρακτικές, σαν πολιτική, αλλά και σαν προοπτική σύνθεσης ενός εξισορροπημένου μοντέλου «ποιοτικού βίου».  


Με την ευκαιρία της ημέρας περιβάλλοντος 2011 και μακριά από κάθε είδους «πανηγυρική διάθεση επικοινωνιακού χαρακτήρα», προτιμήσαμε να αναφερθούμε σε μια σειρά από διαπιστώσεις και προβληματισμούς, όπως:

  1. Η σαρωτική οικονομική κρίση που βιώνει ο έλληνας πολίτης αλλά και διεθνώς, η οποία ταυτίζεται και με πρωτοφανή για τον πλανήτη διατροφική κρίση, γεννά για την ύπαιθρο και τους ανοικτούς χώρους μέσα και γύρω από τις πόλεις, την ανάγκη για άμεσο επαναπροσδιορισμό της προοπτικής και του ρόλου των Γεωπονικών και των συγγενών προς αυτή Επιστημών για μια ταχεία Περιβαλλοντική και Διατροφική Ανάκαμψη με ελπίδα για ορατή βελτίωση της Ποιότητας Ζωής.

  1. Νευραλγικό μερίδιο στην προσπάθεια για ανάκαμψη της οικονομίας και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής δικαιούται να διεκδικεί ο σχετικός προς το πρόβλημα Επιστημονικός κόσμος ώστε μέσα από νέες πολιτικές ανάπτυξης και κοινωνικοοικονομικής αναβάθμισης να καλείται να προτείνει σύγχρονες, καινοτόμες και εναλλακτικές πρακτικές στην παραγωγική διαδικασία, στην αποκατάσταση της αυτάρκειας των αγαθών, τη διασφάλιση της διατροφικής υγείας και ποιότητας της ζωής των πολιτών, την προστασία της γεωργικής βιοποικιλότητας και της αυθεντικότητας του ελληνικού Τοπίου, του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων, την επάρκεια του Αστικού Πρασίνου και τη διάσωση της λαϊκής Παράδοσης και του Πολιτισμού.

  1. Για πολλές δεκαετίες ο πολίτης «εξαναγκάζεται» σε ρόλο ανήμπορου θεατή «πυροσβεστικών», «επικοινωνιακών» «αναχρονιστικών & περιπτωσιακών» παρεμβάσεων της Πολιτείας χωρίς Εθνική στρατηγική για τη Γεωργία, τα Δάση, το Περιβάλλον, τους Φυσικούς πόρους και τον Αστικό και περιαστικό ανοικτό Χώρο Πρασίνου. Τα φαινόμενα συνδέονται με τη διαρκή απαξίωση και αποθάρρυνση του επιστημονικού κόσμου, ιδιαίτερα των νέων. Η απαξίωση αυτή συνεχίζει να παράγεται μέσα από ένα σύστημα παιδείας ασύμβατου προς τις σύγχρονες αναπτυξιακές απαιτήσεις και τις δομές της αγοράς, στερείται ευκαιριών, «ελευθερίας» και πόρων, αλλά και της ορατής επαγγελματικής προοπτικής και του δικαιώματος για άσκηση εφαρμοσμένης επιστήμης και έρευνας σε όφελος των νέων και του τόπου. Αντίθετα το επιστημονικό δυναμικό εγκαταλείπει τον τόπο μαζικά και αφαιρεί κεφάλαια γνώσης και προσφοράς από τη χώρα, σε ώρες «εθνικής ανάγκης».

  1. Οι για τρείς δεκαετίες ανελαστικές μορφές Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) της Ε.Ε. που ευθύνονται για την απώλεια δεκάδων παραδοσιακών ελληνικών καλλιεργειών, απώλεια παραδοσιακών αγορών και δραματική αύξηση των εισαγωγών ειδών διατροφής και ζωοτροφής, η κακοδιαχείριση και κατασπατάληση πόρων και η παντελής αδυναμία ελέγχου (ενίοτε αδρά χρηματοδοτούμενων) ισχυρών και ασύδοτων μηχανισμών «άσκησης αγροτικής καθοδηγητικής πολιτικής» αλλά και μιας ιδιαίτερα στρεβλής προσφοράς και διακίνησης αγαθών πρώτης ανάγκης, συμπιέζουν προς τα κάτω τις τιμές παραγωγού και προς τα επάνω τις τιμές καταναλωτού, συρρικνώνοντας αδικαιολόγητα το οικογενειακό εισόδημα μεγάλου μέρους του πληθυσμού μέχρι τα επίπεδα ανέχειας. Στην Ελλάδα για κάθε 5 € που πληρώσει ο καταναλωτής ο παραγωγός παίρνει το 1 €, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 3 : 1

  1. Διαδοχικές επιζήμιες πολιτικές οδήγησαν στην εγκατάλειψη της υπαίθρου και των νησιών από ενεργό πληθυσμό, απαραίτητο για την επιβίωση του πρωτογενούς τομέα και του φυσικού τοπίου, της παράδοσης και της όποιας τοπικής αναπτυξιακής προοπτικής, καταγράφοντας μια τραγική διεύρυνση ψαλίδας του αρνητικού γεωργικού εμπορικού ισοζυγίου της «πολυποίκιλης γεωργικής μας χώρας» πέρα από το φράγμα των 3ών δις € ετησίως, με δραματική υποχώρηση της συμμετοχής του πρωτογενούς τομέα στο «ισχνό» 3,5% του ΑΕΠ.

  1. Η εγκληματική προσαρμογή στην ξεπερασμένη ιδέα «ανάγκης μείωσης του αγροτικού πληθυσμού» χωρίς άλλα βιώσιμα υποκατάστατα ανάπτυξης στο όνομα μιας «δραματικά υπερδανεισμένης» αστικής οικονομίας χωρίς ανταγωνιστική μεταποίηση και βιομηχανία, δημιουργώντας κάκοσμους σωρούς από κενά ψευδοπρότυπα ζωής, παρακινώντας και παραχωρώντας έδαφος σε μη παραγωγικές υπηρεσίες (π.χ. show business, τραγουδοποιούς και διασκεδαστήρια της μέρας και της νύχτας, χιλιάδες μεταπράτες και παραϋπηρεσίες αυτοκινήτου, ορδές μεσαζόντων σε όλα τα είδη πρώτης ανάγκης, υπηρεσίες παραπαιδείας, καθαρισμού, καρτέλ καύσιμων, φαρμάκου και διατροφικών ειδών, κλπ) οδήγησε στον σημερινό αφόρητο αστικό συνωστισμό με πλήρη διατροφική εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες, περιβαλλοντική πενία, αλλά & μαρασμό της υπαίθρου.

  1. Οι πολιτικές πλήρους εξάρτησης των παραγωγών από κοινοτικές και κρατικές «επιχορηγήσεις» και η μη ώθηση να συγκροτηθεί μία «νέα τάξη επιχειρηματιών παραγωγών» στη γεωργία, οδήγησε στη συρρίκνωση του πληθυσμού και στην τραγική εγκατάλειψη, καταγράφοντας 4,6 εκατομμύρια στρεμμάτων ως «σχολάζουσας γη» και άλλα 2 εκατομμύρια και πλέον «χειμερινή γυμνή γη», εδάφη που παραμένουν, μόνιμα και περιοδικά, πλήρως αναξιοποίητα. Η συνεχής μείωση του αγροτικού πληθυσμού, παρέα με την αστυφιλία και τη σύγχρονη μετανάστευση που παράγει η κρίση, συμβάλλουν αποφασιστικά στην ολοένα και αυξανόμενη «απουσία του αγρότη» από την ύπαιθρο. Ο αγροτικός κόσμος αποτελεί τον καλύτερο «φρουρό» για τη διαφύλαξη του φυσικού μας περιβάλλοντος και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, μαζί με έναν πρωτοφανή και μοναδικό «εθνικό θησαυρό» που ακούει στο όνομα «βιοποικιλότητα». 

  1. Υπάρχει άμεση ανάγκη σοβαρής επιστημονικής παρέμβασης και αντικειμενικής ενημέρωσης παραγωγών, μεταπρατών γεωργικών προϊόντων, επαγγελματιών παροχής υπηρεσιών αλλά και των καταναλωτών, σε θέματα επιστημονικά, δημόσιας υγείας και ασφάλειας, τεχνικοοικονομικά, χρηματιστηριακά, εμπορικά, διεθνών εξελίξεων αγροτικής οικονομίας και πολιτικής, προς μία άμεση κατεύθυνση αναδιάταξης δυνάμεων και πρακτικών που θα οδηγήσουν βαθμιαία σε «ανθρώπινες» αναπροσαρμογές του δικτύου προσφοράς και ζήτησης αγαθών διατροφής και ποιότητας περιβάλλοντος, αλλά και στην ορθολογική χρήση φυσικών και ενεργειακών πόρων προς ικανοποίηση της αυτάρκειας σε όφελος του πολίτη.

  1. Η απουσία αληθινής «αγροδασικής & περιβαλλοντικής πληροφορίας γης» σε πλαίσιο εθνικής κλίμακας και η έλλειψη μακρόπνοης εθνικής πολιτικής γης εντείνουν το πρόβλημα της χώρας και παρατείνουν τη χωροταξική αναρχία σε πρακτικό επίπεδο (δεν υπάρχει πλήρης κάλυψη και τακτική ενημέρωση σε Κτηματολόγια, Χάρτες Χρήσεων γης, Δασολόγια, Αμπελολόγια, Οριοθέτηση & θεσμοθέτηση ζωνών προστασίας, Χάρτες καταλληλότητας Γής, κλπ). Η απογύμνωση του ελληνικού Τοπίου από πυρκαγιές, διαβρώσεις, εξορύξεις και ανεξέλεγκτες αστικές επεκτάσεις, αγγίζει το ρεκόρ των 15 και πλέον εκατομμυρίων καμένων στρεμμάτων ζωτικού χώρου στα τελευταία 50 χρόνια. Οι ρυθμοί αποκατάστασης του ελληνικού τοπίου είναι σχεδόν μηδενικοί με παντελή έλλειψη κρατικών αναδασώσεων κλίμακας με κριτήρια «βοτανικής προσαρμογής» σε επιθετικές κλιματικές αλλαγές που βιώνει η χώρα μας και οι οποίες απαιτούν αναθεώρηση σχεδόν όλων των μέχρι σήμερα πρακτικών διαχείρισης και αναδάσωσης. Σ’ αυτό τον τομέα η υποβάθμιση της έρευνας και των ερευνητικών Ιδρυμάτων από την πολιτεία, συντελεί ακόμη περισσότερο στο πρόβλημα.    


Συμπερασματικά επισημαίνουμε:

·       Την έλλειψη «καθαρόαιμου» εθνικού χωροταξικού σχεδίου για τη χώρα και για τη γεωργία ιδιαίτερα, πλαισιωμένου από σαφή εθνικό αγροπεριβαλλοντικό σχεδιασμό που αποτελούν άλλωστε τα «εργαλεία» που λείπουν και μας στερούν τη δυνατότητα άσκησης σοβαρής πολιτικής γης και ανάπτυξης.

·       Τις διαπιστωμένες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη λεκάνη της Μεσογείου με ορατές πλέον επιπτώσεις σε γνωστές χρήσεις γης και δραστηριότητες, με μετακίνηση παραδοσιακών καλλιεργειών προς βορειότερες ζώνες

·       Την απουσία εθνικής και διακρατικής υδατικής οικονομίας σε συνθήκες έλλειψης και υψηλής ζήτησης

·       Τις ακρότητες των καιρικών φαινομένων με καταστροφικά αποτελέσματα

·       Την εμφάνιση άγνωστων παρασίτων και νέων μεθόδων φυτοπροστασίας

·       Τον αθρόο εποικισμό χερσαίων και υδάτινων οικοσυστημάτων από ξένους εισβολείς του φυτικού και ζωικού βασιλείου προκαλώντας ανατροπές στην ισορροπία των οργανισμών και αλλοίωση των βιοτόπων και οικοτόπων εθνικής και διεθνούς σημασίας

·       Την «εισροή» και τις πιέσεις αναγκαστικής χρήσης προσαρμοστικότερου και αποδοτικότερου γενετικού υλικού στη γεωργία, ενίοτε γενετικά τροποποιημένου με ανεπάρκεια «επιστημονικής τεκμηρίωσης» σε ότι αφορά την υγεία και την ασφάλεια.

·       Τις αλλοιώσεις της βιοποικιλότητας σε χλωρίδα και πανίδα,

·       Την μετατροπή των πόλεων σε καυτούς θαλάμους αερίων, με συχνότερη εμφάνιση έκτακτων & ιδιαίτερα καταστροφικών καιρικών εμπειριών με πλημμύρες, καύσωνες, ακραίους ανέμους, κλπ,

Αθροιστικά πρόκειται για χιλιάδες ανθρωπογενείς και μη ανθρωπογενείς εξωτερικότητες οι οποίες συνθέτουν μια πολύπλοκη «περιβαλλοντική μεταβλητή» με αρνητικό όμως πρόσημο. Η μεταβλητή αυτή οδηγεί στην ανάγκη για περισσότερη επιστημονική δράση και εφαρμοσμένη έρευνα αλλά και αφύπνιση.

Η κατά περιόδους «εμφανής» δυσκολία που διαφαίνεται στο να «αναδειχθεί το ακριβές περιεχόμενο» και ο ορισμός της «Πράσινης Ανάπτυξης», συνδέεται και με σειρά λανθασμένων εκτιμήσεων και αξιολόγησης των ευκαιριών και των δυνατοτήτων που προσφέρονται από το ευρύ και ωφέλιμο φάσμα των Γεωπονικών και Δασολογικών επιστημών, αλλά και από τις μοναδικές δομές και τη δυναμική της ελληνικής υπαίθρου, η οποία δυστυχώς και συστηματικά αξιολογείται «περισσότερο σαν υπόστρωμα τουριστικής ή αγροτουριστικής δράσης» παρά σαν ένας «άμεσα» πολύτιμος/ανανεώσιμος/φυσικός «παραγωγικός» πόρος με ιδιαίτερη βιοκλιματική ποικιλία και προοπτικές.

Οι εφαρμοσμένες γεωτεχνικές & περιβαλλοντικές επιστήμες που βασίζονται στην βιολογική και οικολογική πανεπιστημιακή παιδεία, μαζί και η ποικιλότητα της ελληνικής υπαίθρου με την απαραίτητη ανθρώπινη παρουσία, μπορούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη αλλά και στην ικανοποίηση των βασικών αναγκών του πολίτη με σχετικά μικρότερο κόστος, σταθερή απασχόληση, καθαρότερο περιβάλλον και περισσότερο τοπίο στα χωριά και τις πόλεις μας.

Το σύνολο των αρνητικών διαπιστώσεων και μια σειρά «ανησυχητικών ερεθισμών» που εκπέμπει η σημερινή εικόνα της ελληνικής εθνικής οικονομίας στη διάσταση του «τρίπτυχου» ενδιαφέροντος των «ΓΕΩΠΟΝΩΝ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» ήτοι «ΓΕΩΡΓΙΑ – ΤΟΠΙΟ/ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ - ΔΙΑΤΡΟΦΗ», πιστεύουμε ότι με δυναμικές αιχμές την αγροτική οικονομία σε νέες διαρθρωτικές βάσεις, τον ολιστικό περιβαλλοντικό & χωροταξικό σχεδιασμό και τη διαχείριση των φυσικών πόρων με πνεύμα «επανόδου σε ένα διαχειρίσιμο για τον τόπο φυσικό και τεχνητό περιβάλλον», αλλά και την ικανοποίηση των διατροφικών αναγκών του πολίτη ποσοτικά και ποιοτικά προσεγγίζοντας την αυτάρκεια, μπορούν να αμβλυνθούν ακόμη και να απαλειφθούν, με την ουσιαστική Επιστημονική συμμετοχή όσων γνωρίζουν και αντιλαμβάνονται την τέχνη και όσων είναι σε θέση να ξεχωρίσουν τις πιο εφικτές προτεραιότητες.


«…στις σύγχρονες πόλεις, όταν ανοίγεις τα παράθυρα ο αέρας που μπαίνει κάνει ζημιά στον κλιματισμό….» (The date of a lonely girl, BBC 1, 1977)


Για τούς "ΓΕΩΠΟΝΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ"  

Ο Πρόεδρος 
Δρ Σταμάτης Λ. Σεκλιζιώτης,
Γεωπόνος ΑΠΘ – Αρχιτέκτων Τοπίου (PhD, Birmingham UK)

Ο Γραμματέας 
Κώστας Τάτσης, Γεωπόνος ΓΠΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου