Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα urban agriculture. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα urban agriculture. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Αστικοί Οπωρώνες : Τα οπωροφόρα δένδρα να επιστρέψουν στις πόλεις μας

Τα οπωροφόρα δένδρα να επιστρέψουν στις πόλεις μας

Του Δρα Σταμάτη Σεκλιζιώτη
Γεωπόνου – Αρχιτέκτονα Τοπίου (PhD)

Τα οπωροφόρα και το αστικό περιβάλλον

Τα οπωροφόρα δένδρα τα γνωρίζουμε οι μεν αγρότες και οι γεωπόνοι από την καλλιεργητική πρακτική και την παραγωγή, οι δε κάτοικοι της πόλης (κυρίως οι νέες γενιές που έχασαν επαφή με την ύπαιθρο) από τον μανάβη της γειτονιάς, τη λαϊκή ή το σούπερ μάρκετ, αλλά μόνο ως «φρούτα» και λιγότερο ως ζωντανούς οργανισμούς ή «δένδρα - οντότητες», με διαφορετική φυσιολογία κατά βοτανική κατηγορία, τη φυλλοβόλο ή αείφυλλη συμπεριφορά, τις εδαφοκλιματικές απαιτήσεις, το μέγεθος, σχήμα, υφή, την ανθοφορία, χρώμα, περιβαλλοντικό αποτύπωμα, αισθητική, οικονομική αξία, κλπ.


Η πολύτιμη προσφορά της αστικής δενδροκομίας, εκτός από την αισθητική και  περιβαλλοντική της διάσταση, είναι εξίσου και διατροφική και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η παραγωγή φρούτων κάθε είδους εντάσσεται με ενθουσιασμό και με πολλές προσδοκίες στο διεθνές κίνημα της Αστικής Γεωργίας, η οποία εκτός από τη λαχανοκομία, τα καλλωπιστικά και τα αρωματικά φυτά περιλαμβάνει και τους αστικούς οπωρώνες ακόμη και τα μοναχικά οπωροφόρα δέντρα της πόλης κάθε κήπου και γωνιάς.

Οι βιοκλιματικές συνθήκες του ελληνικού χώρου προσφέρονται για ιδιαίτερα μεγάλη ποικιλία οπορωφόρων δένδρων με καλή προσαρμογή και απόδοση, με δεκάδες ποικιλίες για κάθε είδος δένδρου και με άλλα τόσα ντόπια βοτανικά είδη τα οποία είτε έχουν «εξευγενιστεί» και βελτιωθεί από έλληνες ερευνητές δενδροκόμους για καλύτερη παραγωγή καρπού, ή τείνουν πλέον να εξαφανιστούν εκτοπισμένες σε μεγάλο βαθμό από ξένες ποικιλίες.

Οι αστικές περιοχές περιβάλλονται από ζώνες περιαστικού πρασίνου, γεωργικών δραστηριοτήτων κυρίως οπωροκηπευτικού χαρακτήρα και μιας ευρύτερης περιοχής ή περιφέρειας όπου ο πληθυσμός και τα είδη των δένδρων που απαντάται σε οπωρώνες ή διάσπαρτα, θα μπορούσαν να διεισδύσουν στον αστικό ιστό.

Η φυτογεωγραφία κάθε περιοχής προσδιορίζεται από συγκεκριμένα βοτανικά είδη τα οποία με σχετική ευκολία ως προς τον βαθμό προσαρμογής και βιωσιμότητας μπορούν να καταλαμβάνουν ανοιχτούς χώρους της πόλης, νησίδες, πεζοδρόμια, πεζόδρομους, αλσύλλια, προκήπια, κήπους, πάρκα, σχολικούς και βιομηχανικούς χώρους, δημόσια κτήματα (σχολεία, Παν/μια, στρατόπεδα, νοσοκομεία, αθλητικά συγκροτήματα, ρέματα, κλπ) και πολλές ακόμη διαθέσιμες επιφάνειες. Σήμερα, αυτοί οι χώροι ή καταλήγουν στην εύκολη και δαπανηρή κάλυψη με το γνωστό σε όλους «υδροβόρο γκαζόν», ή σε αναπλάσεις «περιορισμένης αισθητικής» και εν συνεχεία «παρατεταμένης» εγκατάλειψης ελλείψει κονδυλίων συντήρησης, ή μετατρέπονται σε άθλια πλακόστρωτα τα οποία ενοχοποιούνται για το «ψήσιμο» της πόλης και τη δυσφορία των κατοίκων της, όπου τους θερινούς μήνες η κατάσταση γίνεται ιδιαίτερα αφόρητη από τις υψηλές θερμοκρασίες. Τα τσιμέντα, η άσφαλτος, τα πλακόστρωτα, τα μέταλλα, τα τούβλα, τα μάρμαρα και όλα τα σκληρά υλικά απορροφούν την ηλιακή ακτινοβολία στη διάρκεια της ημέρας και την εκπέμπουν τη νύκτα κάνοντας μαρτύριο τη ζωή στην πόλη.

Προκαταλήψεις και άλλες φοβίες

Πολλά από τα γνωστά οπωροφόρα και εδώδιμα καρποδοτικά δένδρα της χώρας δεν φιλοξενούνται συχνά στους δημόσιους χώρους των ελληνικών πόλεων πλην εξαιρέσεων, όπως η ελιά, η χαρουπιά, η μουσμουλιά, η λεμονιά (όχι πολύ συχνά), η νεραντζιά, η μουριά, κάποιες συκιές και ροδιές.


Παραδοσιακά, μέσα από τις μάντρες των αρχοντικών του κέντρου και της ελληνικής «σαμπόυρμπιας» (τα καλοφυτεμένα προάστια και τις συνοικίες δορυφόρους), αλλά και των φτωχότερων σπιτιών (κυρίως σε περιόδους προ-αντιπαροχής) ξεπρόβαλαν και μοσχοβόλαγαν πορτοκαλιές, λεμονιές, κλημεντίνες, φράπες, περγαμόντα, κυδωνιές, μανταρινιές, τζανεριές, λωτόδενρα, μουσμουλιές, κερασιές, συκιές, βερικοκιές, βανίλιες, χαρουπιές, κουμαριές σε δενδρώδη μορφή, μηλιές, αχλαδιές, φιστικιές, ελιές, καρυδιές, αμυγδαλιές, κληματαριές, κορομηλιές, κ. ά.      

Στις μέρες μας, στα μεγάλα αστικά κέντρα υπάρχει μια διάχυτη περιφρόνηση μεταξύ των πολιτών (κατ’ άλλους άγνοια) κυρίως για τα φυλλοβόλα δένδρα στην πόλη, ακόμα και για τους δικούς τους κήπους με το επιχείρημα ότι «λερώνουν» με τα φύλλα και τους καρπούς που ρίχνουν, την προσέλκυση εντόμων στην περίοδο ανθοφορίας, και τις απαιτήσεις που έχουν για ποτίσματα, κλαδέματα, καθαρισμούς, φυτοπροστασία και συγκομιδή.  Η αντίληψη αυτή είναι λάθος ενώ η ευθύνη γέρνει προς το κομμάτι που λέγεται «ανυπαρξία βοτανικής και περιβαλλοντικής εκπαίδευσης» η οποίες ναι μεν απουσιάζουν, αλλά ούτε και προσφέρονται με τον απαιτούμενο τρόπο και κατάλληλους ανθρώπους. Όλα ανεξαιρέτως τα δένδρα ρίχνουν το φύλλωμα και τους καρπούς τους και όλα λερώνουν. Το φύλλωμά τους και το αποβάλλουν και το ανανεώνουν, με διαφορετικό τρόπο το κάθε είδος ξεχωριστά. Τα φυλλοβόλα το κάνουν πιο «πανηγυρικά» σε πυκνότερο χρόνο και σε συγκεκριμένη εποχή του χρόνου, ενώ τα υπόλοιπα το κάνουν ολόκληρη την περίοδο του χρόνου και γι’ αυτό περνάνε κάπως απαρατήρητα…!!!.

Στα μικρότερα αστικά κέντρα, τα οπωροφόρα είναι περισσότερο δημοφιλή και παρόντα στην καθημερινή ζωή των κατοίκων, ενώ το αραιότερα δομημένο περιβάλλον (μεγαλύτερη διαθεσιμότητα περιφραγμένου ιδιωτικού χώρου με αυλές και μπαχτσέδες, αλλά και δημοτικού πρασίνου μέσα στους οικισμούς, τα χωριά, τις κωμοπόλεις και περιαστικές ζώνες) επιτρέπουν την παρουσία πολλών περισσότερων οπωροφόρων δένδρων με όλα τα πλεονεκτήματα που συμβάλλουν σε μια πολύ καλύτερη ποιότητα ζωής. 

Τα πλεονεκτήματα

Τα οπωροφόρα δένδρα κάνουν όλη την περιβαλλοντική δουλειά που κάνουν όλα τα υπόλοιπα δένδρα της πόλης (CO2, αισθητική, σκιά, δροσιά, προσέλκυση άγριας ζωής, κλπ), αλλά προσφέρουν και τον εδώδιμο καρπό. Ο καρπός δημιουργεί πρόσθετα συναισθήματα στον κάτοικο της πόλης, αποσπά περισσότερο την προσοχή και το ενδιαφέρον των τοπικών κοινωνιών, φέρνει τον κόσμο πιο κοντά, αποκαθιστά την «αίσθηση του οικείου» και της γειτονιάς, ενώ στην περίοδο της συγκομιδής αποκτά ακόμη περισσότερη σημασία με το μάζεμα και μοίρασμα. Η συνεχής παρουσία του πολίτη κοντά στο δένδρο, αναπτύσσει ειδική σχέση γνωριμίας η οποία συμβάλλει στην ανάπτυξη εμπιστοσύνης μεταξύ «κατοίκων πόλης και εδώδιμων καρπών και διαφόρων εδεσμάτων που μπορούν να παρασκευάζουν οι ίδιοι» συγκομίζοντας αυτό που οι ίδιοι το φρόντισαν και το γνωρίζουν καλά.

Γενικώς, τα οπωροφόρα αφυπνίζουν ολόκληρες γειτονίες και ομάδες ενεργών πολιτών, προωθώντας τη «διαχείρισή» μέσα από την επιθυμία να προσφέρονται για «φροντίδα», αλλά και την πολύ δημοφιλή φάση της συγκομιδής των φρούτων. Στη σχέση αυτή συνυπάρχουν και άλλες επιθυμίες όπως η επαφή με τη φύση, η νοσταλγία για το χωριό των γονιών, η ανάγκη για ψυχική ηρεμία και ανάταση, ή άσκηση, η βοτανική και γεωργική παιδεία των παιδιών της πόλης τα οποία χάνουν την επαφή με την ύπαιθρο και τελευταίο το διατροφικό μέρος.


Τα οπωροφόρα ήταν πολύ περισσότερο δημοφιλή στους ιδιοκτήτες αστικών κήπων τον περασμένο αιώνα όταν ακόμη η μορφολογία και η πυκνότητα δόμησης των ελληνικών πόλεων άφηνε πολλά περιθώρια για τέτοιες δενδροφυτεύσεις. Τότε στις αυλές, στα προκήπια και στους πίσω λαχανόκηπους η παρουσία κάποιων οπωροφόρων από αυτά που αναφέραμε παραπάνω συντροφιά με έναν ή δύο φοίνικες, ήταν ο κανόνας. Πολλά «ίχνη» τους (σηματοδότες μνήμης) διασώζονται μέχρι και σήμερα όπου παραδοσιακοί οικισμοί και διατηρητέα κτίσματα καταφέρνουν να επιβιώνουν.  

Πρόταση, ο Σχεδιασμός του Αστικού Τοπίου με Χρήση Οπωροφόρων 

Τα οπωροφόρα προορίζονται για θέσεις καλά προστατευμένες μέσα στην πόλη, μακριά από δρόμους υψηλής κυκλοφορίας τροχοφόρων, κοντά σε σημεία συγκέντρωσης πολιτών (χώροι ξεκούρασης και περιπάτου, στάσεις λεωφορείων, πεζόδρομους, αστικά κενά και οικόπεδα, νησίδες φαρδύτερες της κόμης τους, πλατείες, αλσύλλια, κλπ).

Οι κινήσεις συλλόγων και οργανώσεων και τα «μοδάτα μαζικά» καλέσματα για αναδασώσεις ρεμάτων, λόφων, περιαστικών δασών και άλλων χώρων μέσα και έξω από τις πόλεις, θα μπορούσαν να αποκτήσουν «εναλλακτικό» περιεχόμενο και περισσότερους οπαδούς, με αλλαγή των βοτανικού υλικού και αντί να φυτεύουν ξανά και ξανά «εύφλεκτα» ή ξενικά δασικά είδη, να συμβάλλουν στην επιστροφή των ελληνικών δένδρων και φρούτων, στους κήπους, στα πάρκα, στα προαύλια των σχολείων, τις αυλές νοσοκομείων και στρατοπέδων, στους πεζόδρομους, τις ζαρντινιέρες και τις γλάστρες των μπαλκονιών και ταρατσών…

Ήδη πολλές μεγαλουπόλεις έχουν υιοθετήσει την αστική δενδροκομία με οπωροφόρα δένδρα. Παράλληλα αναπτύσσεται μια ολόκληρη δραστηριότητα γύρω από τις μεθόδους φύτευσης στην πόλη, ετοιμάζονται και μοιράζονται λίστες κατάλληλων βοτανικών ειδών, τυπώνονται οδηγοί φύτευσης και περιποίησης κατά είδος, τομέα και τοποθεσία στον αστικό ιστό και την περιαστική ζώνη. Το κίνημα Fruit City στο Λονδίνο δείχνει τον δρόμο για μια νέα αντίληψη γύρω από το αστικό Τοπίο με πρωτοπόρες ιδέες χωροθέτησης των νέων φυτεύσεων οπωροφόρων δένδρων «επί χάρτου», δημιουργία εξοπλισμού και εργαλείων συγκομιδής στην πόλη, ενημερωτικά φυλλάδια, κλπ. Η Βρετανία εισάγει μεγάλες ποσότητες φρούτων από Ισπανία, Βραζιλία, Χιλή κλπ. Ήδη η «μητροπολιτική περιοχή του Λονδίνου» παράγει σημαντική ποσότητα φρούτων όπως αχλάδια, μούρα, μήλα, κεράσια, δαμάσκηνα κλπ.




Στη χώρα μας η ποικιλότητα των δένδρων είναι πολύ μεγαλύτερη και ήδη πολλά από τα δένδρα που αναφέραμε παραπάνω θα μπορούσαν να κατακτήσουν το δικό τους έδαφος στον αστικό χώρο μέσα από οργανωμένη προσέγγιση, κυρίως από ομάδες πολιτών και ολόκληρες γειτονιές και γιατί όχι από «ανοιχτόμυαλες» τοπικές αυτοδιοικήσεις που διαθέτουν καλά στελεχωμένες γεωπονικές υπηρεσίες. Η τοπική αυτοδιοίκηση θα μπορούσε να  προσφέρει το φυτικό υλικό, να ορίζει τα σημεία φύτευσης, και προτείνει ένα «σύστημα υιοθεσίας» οπωροφόρων από τους πολίτες, από επιχειρήσεις, σχολεία, την εκκλησία και άλλες τοπικές κοινωνικές ομάδες. Από την προσπάθεια δεν αποκλείονται οι ιδιώτες που διαθέτουν χώρους για οπωροφόρα (αυλές, κήποι και προκήπια). Αντίθετα αυτοί καλούνται πρώτοι να ασπαστούν ένα τέτοιο κίνημα. 

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Τι είναι η Αστική Γεωργία και πως αναπτύχθηκε

Τι είναι η Αστική Γεωργία και πως αναπτύχθηκε

Του Σταμάτη Λ. Σεκλιζιώτη
Γεωπόνου (ΑΠΘ) – Αρχιτέκτονα Τοπίου (PhD)


Στην Ανάγκη και η Επινόηση…..

Νέα Υόρκη 1943, παιδιά εκπαιδεύονται στη λαχανοκομία, σε ταράτσα κεντρικού κτιρίου στα πλαίσια του κινήματος των victory gardens

Φεύγοντας οι νέοι από τις αγροτικές περιοχές για να καταταγούν στο στρατό στους δύο παγκόσμιους Πόλεμους, οδήγησαν στην ανάγκη δημιουργίας της αστικής γεωργίας που θα βόηθαγε στην επιβίωση του αστικού πληθυσμού….

Η Ευρωπαϊκή και αργότερα Αμερικανική πρακτική της δημιουργίας «αστικών εδώδιμων κήπων» αρχίζει το 1917 παίρνοντας και το όνομα «war gardening» λόγω του 1ου παγκόσμιου πολέμου όταν ερήμωσαν οι αγροτικές περιοχές από αγρότες ενώ η τροφοδοσία με τρόφιμα των μεγάλων αστικών κέντρων έγινε ιδιαίτερα προβληματική υποθάλποντας την αισχροκέρδεια, την εκμετάλλευση και τη σκόπιμη ανεπάρκεια.
Στο κίνημα «Κήποι της Νίκης» (Victory Gardens) το οποίο ουσιαστικά άρχισε από τη Βρετανία, συμμετείχαν 20 εκατομμύρια αμερικανοί οι οποίοι στη διάρκεια του πολέμου παρήγαγαν το 40% της εθνικής τους κατανάλωσης, με αποτέλεσμα να ανακουφίζονται αφ’ ενός ο αστικός πληθυσμός, αφ’ ετέρου να ανεφοδιάζεται ανεμπόδιστα ο στρατός με τρόφιμα.

Οι Δραστηριότητες που περιλαμβάνει η σύγχρονη «αστική γεωργία» είναι «εντατικά συμμετοχικές» ενώ μεταμορφώνουν τον ανοικτό διαθέσιμο χώρο σε υπαίθριο διδασκαλείο και εργαστήριο παραγωγής ειδών πρώτης ανάγκης για κάθε ηλικία και για διαφορετικές προτιμήσεις. 

Από τους Victory Gardens και τα Allotments της Αγγλίας στις σημερινές λίστες αναμονής… 

Εκτίναξη των τιμών στα σουπερμάρκετ μαζί με την ανησυχία που προκαλεί η αλλοίωση του περιβάλλοντος, η όλο και πιο λιγοστή διαθεσιμότητα τροφής παγκοσμίως  και οι αποτυχημένες διατροφικές στρατηγικές για ανακούφιση μεγάλων μερίδων του πληθυσμού, οδήγησαν π.χ. στη Βρετανία σε μακρές λίστες αναμονής (μέχρι και 5 χρόνια) για παραχώρηση μικρών δημοτικών κήπων ώστε να καλλιεργούν οι ίδιοι τα λαχανικά τους, γεγονός που εκτόξευσε στα ύψη τις πωλήσεις σπόρων λαχανικών τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο στη Βρετανία αλλά και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου, με τους Ευρωπαίους να προηγούνται ως προς τη μαζικότητα, την ιστορική παράδοση «σε εδώδιμους κήπους» και την περισσότερο ποιοτική διατροφική παιδεία και συνείδηση σε σχέση με τους Αμερικανούς της πόλης οι οποίοι παρά την στροφή των τελευταίων ετών, παγκοσμίως  τους χαρακτηρίζουν για «κακής ποιότητας» διαιτητικές συνήθειες (dog food, junk food, plastic food, κλπ)    

Το Ένστικτο της Επιβίωσης

Ο αστικοποιημένος άνθρωπος έχει «απομακρυνθεί από το έδαφος» και το τίμημα είναι μεγάλο. Η αναζήτηση της τροφής πάει χιλιάδες χρόνια πίσω στην εποχή του «ανθρώπου κυνηγού» και του «ανθρώπου οικιστή του δασικού δαπέδου…» της χορταρένιας καλύβας (primitive huts), της σποράς και της συγκομιδής….!!! Σήμερα τα ένστικτα επιβίωσης & οι σύγχρονες ευαισθησίες εκδηλώνονται με τις επιστροφές στο ελάχιστο χώμα του κήπου, του προκήπιου  και της γλάστρας.
Τα σταθερά οφέλη από την Αστική Γεωργία, από Παλιότερα και μέχρι  Σήμερα συνοψίζονται στα παρακάτω:  


       Κοινωνικοοικονομική αξιοποίηση ανοικτών χώρων και κάθε διαθέσιμης επιφάνειας στον αστικό ιστό (από τα πάρκα μέχρι τους κήπους και τις μικρές «πρασιήδες» που συντηρούσαν τους αρχαίους Αθηναίους.. οι γνωστές πρασιές)…..
       Εξοικείωση με τη γη και «επαφή με το έδαφος πηγή τροφής «ο αγρός» σε αντίθεση με το «άστυ»
       Επαφή με τα εδώδιμα βοτανικά είδη, την παραγωγή, τις γεωργικές πρακτικές και την απόκτηση γνώσης και εμπειριών κοντά στην κατοικία
       Κοινωνική αλληλεπίδραση των πολιτών και αποκατάσταση του «νοήματος της γειτονιάς»
       Παραγωγή ειδών διατροφής πρώτης ανάγκης κυρίως φρούτων και λαχανικών σε εποχές διατροφικής κρίσης  γέννημα οικονομικής ύφεσης, πολέμου ή φυσικών καταστροφών, δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας.
       Παραγωγή ειδών διατροφής από τους ίδιους τους καταναλωτές σε νωπή και μεταποιημένη μορφή εκπαιδεύοντας και επιμορφώνοντας τους συμμετέχοντες
       Παραγωγή ειδών της προτίμησης του καταναλωτή  τα οποία δεν είναι πάντοτε διαθέσιμα στην αγορά
       Αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχει η γεωργική βιοποικιλότητα με χρήση (πιλοτική στην αρχή και συστηματική αργότερα) ενδημικού γενετικού υλικού (σπόροι, βολβοί, σπορόφυτα, δενδρύλλια)
          Τόνωση των τοπικών αγορών «εισροών, αναλώσιμων, καλλιεργητικού εξοπλισμού και εργαλείων κηποτεχνίας»    
          Απόκτηση καλλιεργητικής, διαιτητικής και διατροφικής γνώσης και υιοθέτηση συνηθειών υγιεινής διατροφής   
          Σωματική άσκηση - Ψυχοσωματική θεραπεία και αποκατάσταση, μέσα από κηποτεχνικές δραστηριότητες  (συνδέονται με τη μείωση του κίνδυνου παχυσαρκίας για όλες τις ηλικίες, καρδιακών νοσημάτων και των δύο φύλων, έλεγχο του ζαχαροδιαβήτη, ίαση τραυμάτων, αντιμετώπιση κινητικών και ψυχικών προβλημάτων, κλπ)
          Υποκατάσταση μέρους των καθημερινών αναγκών νωπών σε βαθμό που οι τοπικές αγορές να αναπροσαρμόζουν τις τιμές καταναλωτού σε προσιτά επίπεδα για τους καταναλωτές (εργαλείο συμπίεσης τιμών)
          Περιβαλλοντικά οφέλη για τον αστικό πληθυσμό  Μείωση αιωρούμενων στερεών με τη φύτευση γυμνών επιφανειών, μείωση CO2, προσέλκυση πανίδας, βελτίωση αισθητικής του τοπίου της πόλης, αξιοποίηση υδάτινων πόρων και παρακράτηση απορροών,  παρεμπόδιση απόθεσης απορριμμάτων, κλπ.
          Ευκαιρίες παθητικής και ενεργού αναψυχής, εκπαίδευσης και επιμόρφωσης όλων των ηλικιών, φύλων και εθνικοτήτων με δυνατότητες εναλλαγής γνώσεων εδώδιμης εθνοβοτανικής, διαιτητικών συνηθειών, παραγωγής και συντήρησης τροφίμων και ανάπτυξης πνεύματος αλληλεγγύης και κοινωνικής αλληλοβοήθειας 
          Επιστημονική Έρευνα σε θέματα αστικής γεωργικής πρακτικής, αστικής αγροτικής οικονομίας και η διάδοση ενός ελεγχόμενου μοντέλου διατροφής από τους καταναλωτές.     

(Food not Lawns - Προκήπια λαχανικών)

Η επιμόλυνση του εδάφους

Η επιμόλυνση του εδάφους της πόλης (βαρέα μέταλλα, κλπ) αντιμετωπίζεται με δοκιμασμένες καλλιεργητικές πρακτικές και μέτρα πρόληψης, όπως:

          Χωροθέτηση των δράσεων  μακριά από πηγές ρύπανσης σε μεγάλους ανοικτούς χώρους, ταράτσες, περιαστική ζώνη.
          Απολύμανση & καθαρισμός υπάρχοντος εδάφους  ή αφαίρεση κατά το σύστημα "dig and dump"… (σκάβω και πετάω) και δημιουργία νέου & πρόσθετου φυτευτικού υποστρώματος (από φερτά καθαρά υλικά, φυτοχώματα, κομπόστες, κλπ)
          Κάλυψη με αχυροστρωμνή και φυτικά υπολείμματα
          Υπερύψωση του εδαφικού υποστρώματος σε ολόκληρη την επιφάνεια και σταθεροποίηση με τεχνικές εγκιβωτισμού απομακρύνοντας το ριζόστρωμα των φυτών μας από το παλιό πιθανώς επιμολυσμένο αστικό έδαφος (ξύλινος εγκιβωτισμός προτιμάται λόγο της μετακινησιμότητας)

Λοιποί τρόποι παραγωγής σε αστικό χώρο

          Θερμοκηπιακές εγκαταστάσεις με δυνατότητα για πολυώροφες φυτεύσεις, υδροπονικές εφαρμογές μικρής κλίμακας, κλπ  
          Λαχανοκομία και Δενδροκομία σε Πλατείες, Αστικά κενά και γραμμικές διατάξεις (οπωροφόρα αντί καλλωπιστικών δενδροστοιχιών)  
          Συνεχής χρήση & αξιοποίηση κενού δαπέδου πόλης με εποχιακές εναλλαγές παραγωγής  (διαδοχική χρήση του χώρου από εποχιακά είδη και εναλλαγές ανά μονάδα επιφανείας, ανάλογα με τις ανάγκες)
          Μετάβαση από την εποχή του χλοοτάπητα στην εποχή του αστικού λαχανόκηπου Υποκατάσταση κλασσικού χλοοτάπητα από το «εδώδιμο μικροτοπίο των ενεργών πολιτών, με πρωτογενή και δευτερογενή διατροφικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη»  

Το Κίνημα «Λαχανόκηποι αντί Χλοοτάπητα»

Σε πολλές πόλεις του δυτικού κόσμου, η καλλιέργεια στα τα προκήπια των σπιτιών αποτελεί εκτεταμένο φαινόμενο. 


Κολοκυθιές, γλυκό καλαμπόκι, φασολιές, αρωματικά και άλλα,  συνθέτουν  μια εικόνα «ρευστού εδώδιμου τοπίου» που εναλλάσσεται σύμφωνα με τις ιδιαίτερες διατροφικές ανάγκες και διαιτητικές προτιμήσεις των οικιστών και κατά εποχή. 

Ιδιαίτερα στις ΗΠΑ,  παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πολίτες από την πολύπλοκη νομοθεσία που εφαρμόζεται από πολιτεία σε πολιτεία, κομητεία σε κομητεία, οι διατάξεις που ισχύουν για απαγόρευση των «ατομικών εδώδιμων κήπων» συνδέεται από πολλούς με τη διαμάχη που υπάρχει μεταξύ των εταιριών τροφίμων, των φαρμακευτικών εταιριών, πιθανώς των επίδοξων αναμορφωτών του CODEX ALIMENTARIOUS και του αυξανόμενου κινήματος των πολιτών να παράγουν οι ίδιοι τρόφιμα για τον εαυτό τους.

Υπηρεσίες δημόσιας υγείας συμβουλεύουν για τυχόν επιμολύνσεις  που πιθανώς να υπάρχουν στα προϊόντα, όταν οι κήποι βρίσκονται κοντά σε σημειακές πηγές ρύπανσης (αυτοκινητόδρομοι, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, κλπ). Δειγματοληπτικές αναλύσεις για βαρέα μέταλλα κυρίως μόλυβδο, κάδμιο, ψευδάργυρο κλπ, γίνονται σε τακτά διαστήματα από τις ίδιες τις ομάδες των πολιτών.

Οι διαθέσιμοι ανοικτοί χώροι της Αθήνας και άλλων αστικών κέντρων 

Από το περιαστικό δάσος και τους ελαιώνες, τα πάρκα της, μέχρι τις ταράτσες και τους θύλακες των αστικών κενών και μετά από συστηματική καταγραφή (π.χ. ένα ακριβές αστικό πρασινολόγιο) είναι οι επιφάνειες που παραμένουν και αναμένουν σαν οι πιο δυναμικοί χώροι κοινωνικής επανασύνδεσης των πολιτών κάθε ηλικίας, μέσα από μια «φιλοσοφία αστικού αγροδιατροφικού χαρακτήρα» σε μικρές και μεγαλύτερες κλίμακες οργλανωσης και επεμβάσεων.

Στις μέρες μας η δυναμική του αστικού ανοικτού χώρου εμφανίζεται όσο ποτέ, ως «πολύτιμος φυσικός πόρος» σε συνθήκες κρίσης, συνεχούς και ανεξέλεγκτης υπερτίμησης προϊόντων πρώτης ανάγκης (πολλών εισαγωγής) και των συναφών υπηρεσιών, αλλά και ως «κοινωνικο-περιβαλλοντική»  αναγκαιότητα να αντιστραφεί η κατάληψη της αγροτικής γης από την αστική επέκταση, με επέκταση της αστικής πλέον γεωργίας και των συγγενών χρήσεων σε βάρος του δομημένου περιβάλλοντος….  «μια δηλαδή επανακατάληψη της πόλης και των ελεύθερων επιφανειών της από πρακτικές, προϊόντα και δραστηριότητες διατροφικής, περιβαλλοντικής και ψυχοσωματικής αναβάθμισης σε όφελος των κατοίκων της»….. 

Το πάρκο «Αντώνης Τρίτσης» (και πολλά ακόμη πάρκα και ανοικτοί χώροι της πρωτεύουσας και μεγάλων αστικών κέντρων), αποτελεί  παράδειγμα διαθεσιμότητας ανοικτού χώρου στον οποίο θα μπορούσαν να χωροθετηθούν μικρές καλλιέργειες «αστικού εδώδιμου τοπίου» σε ένα πλαίσιο οργανωμένου σχεδιασμού και διαχείρισης, χωρίς να αλλοιώνεται η αρχική του δομή και λειτουργία. Οι δραστηριότητες αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν τοπικούς και υπερτοπικούς πυρήνες έλξης σε ένα πλαίσιο «ολοκληρωμένης δραστηριότητας» με κατάλληλο επιμερισμό των επιφανειών για πιλοτικές ετήσιες καλλιέργειες και λαχανόκηπους, ενώ περιμετρικά και κατά σημεία φυτεύσεις οπωροφόρων και αμπελιών και δημιουργία κινήτρων «συμμετοχής» πολιτών όλων των ηλικιών.

Πάρκο Αντώνης Τρίτσης, Προοπτική άποψη του καλλιτέχνη για χρησιμοποίηση «νεκρών» επιφανειών  από κατοίκους της περιοχής και παραγωγή λαχανικών (επεξεργασία: Σ. Σεκλιζώτη)

Η διαφορά μεταξύ του αισθητικού – βοτανικού κήπου (Aesthetic Landscape) από τον εδώδιμο κήπο (Edible Landscape) είναι σημαδιακή ως προς τη συμμετοχή του πολίτη. Όταν υπάρχει παραγωγή, η ανθρώπινη συμμετοχή και παρουσία γίνεται πιο ενδιαφέρουσα, πυκνώνουν οι δράσεις σε όλες τις περιόδους του χρόνου και συνδυάζεται η αναψυχή με την παραγωγή τροφής και την άσκηση, ενίοτε θεραπευτική.  

Μήπως τελικά είναι καιρός να δούμε το «αστικό δάπεδο» με άλλη αντίληψη και με εναλλακτική αξιοποίηση, όπως πιεστικά πλέον υπαγορεύουν οι καιροί; Εάν δεχθούμε ότι η συμμετοχή των πολιτών σε δράσεις ανοικτού χώρου με χαρακτήρα Αστικής Γεωργίας καταγράφεται ως η πλέον δημοφιλής διεθνώς, σε σχέση με άλλες χρήσεις – Ωφέλιμη, Υγιεινή, Οικονομική,  Εκπαιδευτική, Κοινωνικά Αλληλεπιδραστική, Θεραπευτική, Εκτονωτική και με Περιβαλλοντικά θετικό & συγκριτικά ενισχυμένο αποτύπωμα, τότε η απάντηση είναι «ΝΑΙ». Αλλά, πόσο έτοιμοι  είναι αλήθεια οι έλληνες πολίτες των πόλεων «θεσμικά», «διοικητικά - γραφειοκρατικά», «κοινωνικά», «οργανωτικά» και «ελεύθεροι» να κάνουν το βήμα ;  Το ζήτημα δεν μπορεί να μείνει «Θεωρητικό» ή να σέρνεται «Επικοινωνιακά για λίγο καιρό μέχρι να υποκατασταθεί από την επόμενη επικαιρότητα……»…. Το ζήτημα επιβάλλεται να αποκτήσει «γόνιμο έδαφος» με προοπτική, και αυτό μπορεί να συμβεί με την έμπρακτη συμβολή της επιστημονικής κοινότητας και της τοπικής αυτοδιοίκησης δίπλα στους πολίτες.…

Η τοπική αυτοδιοίκηση σε επίπεδο δήμων, καλείται να δημιουργήσει τις δικές της «τράπεζες γης» και ευέλικτους μικρούς μηχανισμούς διανομής γης σε δημότες που προτίθενται να ασχοληθούν και για όσους δεν διαθέτουν ιδιόκτητες επιφάνειες. Το παράδειγμα των διανεμημένων κήπων  της Βρετανίας ή της Ολλανδίας (allotment gardens) αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο και επιτυχημένο μοντέλο για παραδειγματισμό.

Νέα Ορλεάνη μετά την Καταστροφή Κατρίνα. Αστική φάρμα παραγωγής νωπών προϊόντων πρώτης ανάγκης από κοινότητα Βιετναμέζων που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή το 1975, με τη βοήθεια της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το Σχέδιο βραβεύτηκε από την Αμερικανική Εταιρία Αρχιτεκτόνων Τοπίου, ASLA. Διαθέτει κηπάκια κατόπιν διανομής, τοπική αγορά παραγόμενων προϊόντων, κέντρο κομποστοποίησης, στραγγιστικά κανάλια, οπωρώνες, χώρους ξεκούρασης και αναψυχής, κλπ.)  









Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Το νόημα της Αστικής Γεωργίας

Το νόημα της Αστικής Γεωργίας

Του Σταμάτη  Σεκλιζιώτη
Γεωπόνου (ΑΠΘ) – Αρχιτέκτονα Τοπίου
Δρα του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου του Birmingham, Αγγλία (PhD)


Οι πρώτες καλύβες από κλάδους δένδρων του ανθρώπου κάτοικου του δάσους (Πηγή: Viollet-le-Duc, “Histoire de lhabitation humaine”, Paris, 1875)   

Σε εποχές ευμάρειας, σε χώρες και πολυπληθείς πόλεις με ασθενή μνήμη, με χαλαρή έως ανύπαρκτη την κρατική προετοιμασία πολιτικής προστασίας για «τα χειρότερα» και με συμπεριφορά των πολιτών να χαρακτηρίζεται από ιδιάζουσα «αβλεψία» και «απροβλεψία» πιθανών κινδύνων που παραμονεύουν, π.χ. μια σοβαρή επισιτιστική κρίση, μια αναπάντεχη εμπόλεμη κατάσταση ή ακόμη και μια φυσική καταστροφή που θα ανέτρεπαν τα δεδομένα, ζητήματα ίδιας παραγωγής τροφίμων με χαμηλό κόστος και υιοθέτησης τεχνικών μεθόδων παραγωγής φρούτων και λαχανικών «συμπλήρωσης» των αναγκών σε ιδιόκτητο μικρό διαθέσιμο χώρο ή ένα διαθέσιμο αστικό κενό (ανοιχτός χώρος στην πόλη), ακούγονται «από απίθανα έως ανεδαφικά»….!!!
Εν τούτοις, οι εποχές αλλάζουν και μάλιστα προλαβαίνουν και εκτροχιάζουν και τις πιο θετικές προβλέψεις πολλών. Έρχονται ώρες που μια τοματιά στη γλάστρα, μια καρπουζιά στον ταρατσόκηπο, μερικές πιπεριές στο μπαλκόνι, λίγες πατάτες στον κήπο μαζί με φρέσκα κρεμμυδάκια, μαρούλια, μελιτζάνες και λίγα μπρόκολα πλαισιωμένα από μια λεμονιά και μια αναρριχώμενη «καλά εξασκημένη» κληματαριά αποκτούν αξία και σεβασμό.
Οι καταναλωτικές συνήθειες και συνθήκες έχουν ήδη υποστεί τεράστιες μεταβολές με αίτια την κάθετη πτώση των οικογενειακών εισοδημάτων, τα μονίμως ανεξέλεγκτα ανοίγματα ανάμεσα σε τιμές παραγωγού και καταναλωτή, την επίμονη κυριαρχία των μικροκαρτέλ και των μεγαλοκαρτελ σε όλα τα επίπεδα του αγροδιατροφικού «κατεστημένου», την έλλειψη πληροφόρησης για «ορθές πρακτικές» παραγωγής και προστασίας της δημόσιας υγείας και τις κοινωνικές πρωτοβουλίες «αλληλοβοήθειας» μέσα από νεογέννητα (λόγω της κρίσης) κινήματα «επαφής παραγωγών και καταναλωτών» με ή χωρίς επιτυχία ή προσδόκιμο ζωής….
Μέσα σ’ αυτή τη σύγχυση και αβεβαιότητα, ανακαλύπτεται ξανά η μπαρούτη, κοινώς η «ξεχασμένη Αστική Γεωργία» των παγκοσμίων πολέμων, τότε που οι νέοι αγρότες εγκατέλειπαν την ύπαιθρο για τα μέτωπα, αυτή που ταΐζε χιλιάδες οικογένειες στις πόλεις. Ξαναβλέπουμε σήμερα να προσγειώνονται μυαλά και να ανασταίνονται μνήμες σε ξεχασμένα προκήπια, παρατημένα χωράφια και αγροκήπια, ακάλυπτους, πάρκα, ταράτσες και αλάνες όπου φύτευαν «λαχανίδες, ξυλάγγουρα», πατάτες και κρεμμύδια, ενώ φαίνεται να αναδύεται μια νοσταλγικά θερμή έλξη για ενασχολήσεις στον ξεχασμένο και περιφρονημένο «μπαχτσέ της αυτάρκειας των βασικών αγαθών» παλαιών οικονομικών κρίσεων και της κατοχής, μαζί με μια επιθυμία για επαφή με το χώμα.
Στην σύγχρονη εποχή της πολυκατοικίας, της περιφερειακής μονοκατοικίας των προαστίων και του δημοτικού διαθέσιμου χώρου σε μια κοινότητα ή γειτονιά πολιτών, έρχεται η Αστική Γεωργία με καινοτομίες, πρωτοποριακές ιδέες παγκόσμιας αποδοχής και πλούσια σε επιστημοσύνη και τέχνη να δώσει διεξόδους, χωρίς απαραίτητα να αποτελεί την απόλυτη λύση, αλλά σίγουρα να απασχολήσει τον νου και τα χέρια και να μας συνειδητοποιήσει ότι οι εποχές ποτέ δεν είναι ίδιες, ενώ η διάσταση της ανθρώπινης συμμετοχής ατομικά για τον καθένα ή κατά κοινωνικές ομάδες αποκτά νόημα και ανοίγει πολλές ευκαιρίες για την κάλυψη βασικών αναγκών διατροφής, άσκησης, εκπαίδευσης, θεραπευτικής επαφής με τη φύση και τόνωση της έννοιας της αυτοσυντήρησης.
Ο άνθρωπος από αιώνες πριν αστικοποιηθεί, υπήρξε κάτοικος του δάσους ζώντας από το κυνήγι, τους καρπούς των δένδρων και τις καλλιέργειες εξημερωμένων φυτών, κατασκευάζοντας καλύβες από φυτικό υλικό και πατώντας με σιγουριά στο έδαφος που του πρόσφερε ζωή. Το ένστικτο της επιβίωσης προϋπάρχει στην ανθρώπινη φύση και μαζί μ’ αυτό τα εργαλεία και τα μέσα της επιβίωσης (χώμα, στέγη, νερό, φυτά, ζώα, ασφαλής τοποθεσία, φόβος και άμυνα, εποπτεία χώρου, αυτάρκεια, ανταλλαγή τροφής, αποθήκευση, πρόληψη…. κλπ). Η σύνθεση του σύγχρονου «αγροδιατροφικού» μοντέλου στη σύγχρονη πόλη των τριών διαστάσεων ανάπτυξής της, μακριά από το φυσικό έδαφος, έχει ήδη αφαιρέσει και συνεχίζει να αφαιρεί ή έχει τελείως αποδυναμώσει αυτό το «πολύτιμο ένστικτο» και όσες ανάγκες το συνθέτουν και το συνόδευαν παλιότερα. Περίοδοι επισιτιστικής κρίσης, ανεπάρκειας και ανεξέλεγκτων αυξήσεων στις τιμές των βασικών αγαθών αφυπνίζουν το ένστικτο και τον αναγκάζουν να ξαναθυμηθεί το έδαφος, την αγροτική ζωή και δράση, όλα τα εργαλεία και μέσα επιβίωσης. Ο Ανθρώπινος νους είναι γεμάτος από «εργαλεία» επιβίωσης, πολλά απ’ αυτά σε λανθάνουσα κατάσταση, μέχρι να σφίξουν τα πράγματα ξανά ώστε να ανασυντάξει δυνάμεις και μεθόδους, αλλά διαχρονικά όλο σε διαφορετικότερες συνθήκες.
Εδώ και δεκαετίες (μακράς ψευδο-ευημερίας) η χώρα μας δεν φημίζεται για τέτοιες δραστηριότητες, εκτός από κάποιες αποσπασματικού χαρακτήρα ατομικές δράσεις «αστικής γεωργίας» ορισμένων «οραματιστών» με έμφαση στη λαχανοκομία ιδιωτικού κήπου, την καλλωπιστική κηποτεχνία σε αστικά κενά εδάφη και σε κάποιους μεγαλύτερους ανοικτούς χώρους χωρίς να εισπράτει στήριξη, δημοσιότητα και επενδυτικό ενδιαφέρον έστω μικρής κλίμακας. Τα παραδείγματα όμως που μας έρχονται από την Ευρώπη, τις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας και την Αμερικανική Ήπειρο είναι πολλά και χρήσιμα. Οργανωμένες κοινότητες πολιτών στις πόλεις, Νοσοκομεία, Σουπερμάρκετ, Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, Ενορίες και Εστιατόρια στο κέντρο των Μεγαλουπόλεων και την Περιαστική ζώνη εφαρμόζουν πρακτικές παραγωγής, εμπορίας και διακίνησης αγροτικών προϊόντων σε δικούς τους χώρους για ιδία χρήση και κατανάλωση, αλλά και για πώληση και διανομή στις τοπικές κοινωνίες με σχετικά μειωμένο κόστος παραγωγής και με υγιεινές μεθόδους (οργανικές παραγωγές και μέθοδοι χωρίς χημικά, χωρίς λιπάσματα και με χρήση κατάλληλα προσαρμοσμένων ποικιλιών).
Ως αναπτυξιακή δραστηριότητα, δεν στερείται προσόντων και αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να το τονίσουμε. Η αγορά της «Αστικής Γεωργίας» εμπεριέχει και προϋποθέτει τεράστιο φάσμα προμηθειών σε εφόδια (επαναφορά στη ζωή μας των ντόπιων ποικιλιών, σπόρους, σπορόφυτα, βολβούς, φυτοχώματα, κομποστοποιητές, ξυλεία κατασκευών κήπου και ταρατσών, θρεπτικές ουσίες και λιπάσματα, εντομοαπωθητικά σκευάσματα, εξοπλισμό ποτίσματος και άρδευσης, έπιπλα κήπου, εργαλεία κατασκευής και συντήρησης κήπου, φυτοδοχεία για λαχανικά και δένδρα, μικρομηχανήματα, μεταλλικός εξοπλισμός, προ-κατασκευές, κλπ), αλλά και εξειδικευμένες υπηρεσίες με θέσεις εργασίας και απασχόληση μεγάλου αριθμού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού σε όφελος των πολιτών, όσων επιθυμούν να συμμετέχουν ενεργά σε ατομικό επίπεδο ή και επαγγελματικά (ομαδικές δράστηριότητες, λαχανοκομία για εστιατόρια, δημοτικοί χώροι «παραγωγής τροφίμων» για βοήθεια δημοτών με ανάγκες, κλπ).
 Το παρόν αφιέρωμα στον περιορισμένο χώρο που διαθέτει, κάνει μια τέτοια προσπάθεια ευαισθητοποίησης μέσα από μια σειρά άρθρων περί την αστική γεωργία, επανεισάγοντας την έννοια της «αστικής γεωργίας» ως γνωστικό αντικείμενο και ως προοπτική ενασχόλησης στη ζωή των αναγνωστών, με παραδείγματα και περιγραφές από την ντόπια την παραδοσιακή αλλά και τη διεθνή πρακτική.