Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταμάτης Σεκλιζιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταμάτης Σεκλιζιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Το γάλα, ο ορισμός του «φρέσκου», οι κίνδυνοι, η ανυπαρξία βούλησης για προστασία του καταναλωτή – και «το φτηνό είναι και ακριβό»

Το γάλα, ο ορισμός του «φρέσκου», οι κίνδυνοι, η ανυπαρξία βούλησης για προστασία του καταναλωτή – και «το φτηνό είναι και ακριβό»

Του
Σταμάτη Λ. Σεκλιζιώτη
Γεωπόνου (ΑΠΘ) – Δρα Αρχιτέκτονα Τοπίου
(MPhil, PhD Birmingham UK)
Πρώην Β Γεωργικού Ακολούθου FAS/USDA (*)


(*) O Δρ Σ. Σεκλιζιώτης μεταξύ άλλων διακρίσεων, έχει τιμηθεί δύο φορές (2002 και 2009) με τα Βραβεία Αριστείας για το Αγροτικό Ρεπορτάζ (Honorary Awards «Excellence in Reporting») του Υπ. Γεωργίας των ΗΠΑ, USDA


Οι εξελίξεις της παραγωγής

Την 1η  Απρίλιου του 2015 σταματά το καθεστώς των ποσοστώσεων παραγωγής γάλακτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναλυτές αναφέρουν ότι (βλ. Έκθεση των Ernst & Young & τα Συμπεράσματα του Σεπτεμβρίου 2013 στις Βρυξέλλες σε συνέδριο της ΕΕ), η κατάργηση των ποσοστώσεων θα επηρεάσουν ελάχιστα την παραγωγή γάλακτος στην ΕΕ στο άμεσο μέλλον, αλλά βραχυπρόθεσμα θα προκαλέσει μικρής κλίμακας αλλαγές στον κλάδο γαλακτοκομικών προϊόντων στην ΕΕ. Αναμένεται μετά το 2015 αύξηση της παραγωγής της τάξεως του 5%, ενώ ο τιμές παραγωγού (στο κτήμα) θα πέσουν κατά 10% περίπου (εκτιμήσεις). Όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι η αστάθεια των τιμών θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που θα αντιμετωπίσουν οι γαλακτοπαραγωγοί μετά την κατάργηση των ποσοστώσεων. Σύμφωνα με τις αναλύσεις που δημοσιεύονται, οι χαμηλότερες τιμές και οι μεγαλύτερες διαθεσιμότητες σε γάλα θα οδηγήσουν στην παραγωγή περισσότερων ποσοτήτων γαλακτοκομικών προϊόντων, άρα μεγαλύτερη προσφορά για εξαγωγές, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει και πτώση των διεθνών τιμών.

Προβλέψεις του 2012 της Δ/σης Γεωργίας της ΕΕ (DG Agri) για την επόμενη 10ετία (μέχρι και το 2022) μιλούν για αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγών, κυρίως των ευρωπαϊκών τυριών και του αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη (skim milk powder ή SMP) που θα φτάσουν να καλύπτουν περί το 32% της παγκόσμιας ζήτησης που εμφανίζεται αυξημένη. Το πλήρες γάλα σε σκόνη (whole milk powder ή WMP) θα παρουσιάσει πτώση λόγω της αυξημένης ανταγωνιστικότητας από χώρες της Ωκεανίας, ενώ τα ευρωπαϊκά βούτυρα θα παραμείνουν ασυναγώνιστα λόγω της απόστασης μεταξύ των ευρωπαϊκών και των διεθνών τιμών.  
Περισσότερα για τη συνάντηση των Βρυξελλών του Σεπτεμβρίου 2013 παρουσιάζονται στη σελίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: http://ec.europa.eu/agriculture/events/dairy-conference-2013_en.htm




Οι Ευρωπαϊκές ενώσεις παραγωγών γάλακτος από τον Μάρτιο του 2013 ζητούν από την ΕΕ να μην υπάρξουν άλλα εμπόδια που θα αποθαρρύνουν νέους αγρότες να ασχοληθούν με την αγελαδοτροφία, όταν ήδη ο πληθυσμός των αγροτών του κλάδου εμφανίζεται γερασμένος και οι ανταγωνιστικές χώρες εκτός της ΕΕ κάνουν συνεχώς επενδύσεις στην γαλακτοπαραγωγή. Τις ίδιες απόψεις εκφράζει και ο Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Εμπόρων Γαλακτοκομικών προϊόντων (EUCOLAIT) ο οποίος έχει ήδη παρέμβει με προτάσεις για την νέα ΚΑΠ (2014-2020). Υπάρχει η κοινή άποψη στην ΕΕ ότι διεθνώς οι αγορές του κλάδου διευρύνονται με παράλληλη αύξηση της ζήτησης πράγμα που σημαίνει ότι οποιαδήποτε «περιοριστικά μέτρα» στην Ευρώπη για μείωση της παραγωγής θα ευνοήσουν μόνο τους ανταγωνιστές της.    

Στο μεταξύ, σύμφωνα με το Αμερικανικό Υπ. Γεωργίας USDA (Υπηρεσία Εξωτερικών Υποθέσεων Γεωργίας, ή FAS) οι αποδόσεις σε γάλα των ευρωπαίων αγελάδων εμφανίζει αυξητική πορεία, όχι όμως και ο πληθυσμός των αγελάδων ο οποίος παρουσιάζει πτώση τα 3 τελευταία χρόνια, περίπου κατά μισό εκατομμύριο κεφαλές. Η αύξηση όμως της παραγωγικότητας του ζωικού κεφαλαίου που μένει για να παράγει είναι αισθητή και μετρίσιμη, γεγονός που θα συμβάλλει προσθετικά στις αναμενόμενες αυξημένες παραγωγές μετά την κατάργηση των ποσοστώσεων. Στη Σουηδία καταγράφονται οι υψηλότερες αποδόσεις σε ευρωπαϊκό έδαφος με 8000 κιλά/έτος και πλέον, και ακολουθούν οι Φινλανδία, η Δανία και η Ολλανδία (με 7-7500 κιλά) ενώ προς το τέλος της κατάταξης βρίσκεται και η Ελλάδα με 4000-4500 κιλά.


Το ισοζύγιο γάλακτος στην ΕΕ και στην Ελλάδα

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές η προσφορά και κατανάλωση γάλακτος σε υγρή μορφή στην ΕΕ-27 για την τρέχουσα εμπορική περίοδο 2013-2014, έχει τα εξής χαρακτηριστικά:

Σύνολο αγελάδων στη παραγωγή:   22,7 εκατομμύρια κεφαλές
Παραγωγή «φρέσκου» γάλακτος:   144,3 εκατομμύρια μετρικοί τόνοι (ΜΤ)
Εξαγωγές γάλακτος σε υγρή μορφή εκτός ΕΕ:   282.000 ΜΤ
Κατανάλωση εντός της ΕΕ:   34 εκατομμύρια ΜΤ
Πρώτη ύλη για την ευρωπαϊκή γαλακτοβιομηχανία & τυροκομία:  110 εκατομμύρια ΜΤ
Εισαγωγές γάλακτος από τρίτες χώρες εκτός ΕΕ-27, αμελητέες: περί τους 5000 τόνους (ΜΤ)…

Σύμφωνα με τον ΕΛΟΓΑΚ, η χώρα μας παράγει σήμερα περί τους 600.000 τόνους αγελαδινού. Για το 2013 εμφανίζεται πτώση της τάξεως του 5.8% σε σχέση με το 2012, αλλά καταγράφεται και συνεχής πτώση παραγωγής και αριθμού παραγωγών για την 10ετία 2003-2013, αντίθετα με την Κοινοτική ποσόστωση που έχει ανέλθει στους 869.589 τόνους (υπάρχει δηλαδή ένα άνοιγμα των 265.000 τόνων ανάμεσα στην παραγωγή και την ποσόστωση). Οι τιμές παραγωγού ήταν στα 0,4465 € (το 2012) και στα 0,4551 € (το 2013).

Η Ελλάδα εισάγει κάθε χρόνο άλλους 300.000 ΜΤ γάλα από την ΕΕ σε διάφορες μορφές και αρκετές ποσότητες από γειτονικές βαλκανικές χώρες σε μια προσπάθεια να «πιστοποιεί» και να βαφτίζει το γάλα είτε ως «φρέσκο», είτε και ως «ελληνικό»….. Το 45% περίπου του εισαγόμενου είναι πλήρες γάλα (whole milk) το οποίο στην στατιστική ονοματολογία αναφέρεται ως «fresh» (φρέσκο)….!!!!!.  Το 41% είναι γάλα εβαπορέ (αφού έχει αφαιρεθεί το 60% του νερού από το φρέσκο γάλα…), ένα 7% είναι αποβουτυρωμένο και άλλο ένα 7% διάφορα άλλα γάλατα, πλήρη και συμπυκνωμένα, σκόνες, κλπ. Η ποσότητες αυτές αντιστοιχούν σε μια αγορά (εντός της χώρας μας) της τάξεως των 337 εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, θα έλεγε κανείς «παράδεισο» των ευρωπαίων εμπόρων αγελαδινού γάλακτος ο οποίος όλο και μεγαλώνει όσο εγκαταλείπεται η ελληνική αγελαδοτροφία (συνειδητά ή ασυνείδητα, με τεράστιες πάντως πολιτικές ευθύνες από εντάξεως στην ΕΕ.….). 


Ποιος όμως είναι ο ορισμός του φρέσκου γάλακτος ;

Εδώ υπάρχουν διάφοροι ορισμοί και εξαρτάται από το τι εννοούμε με τους όρους «γνήσιο», «φρέσκο», «νωπό», «ανεπεξέργαστο», κλπ. Ο ορισμός που επικρατεί στις περισσότερες χώρες όπου η αγελαδοτροφία στηρίζεται στις χορτονομές και τις βοσκές και λιγότερο στις συμπυκνωμένες τροφές…. είναι ότι:

 «το φρέσκο γάλα προέρχεται από αγελάδες βοσκής, περιέχει όλο το λίπος, δεν έχει υποστεί την οποιαδήποτε επεξεργασία, είναι νωπό και μη ομογενοποιημένο»….. 

Η γενική πάντως άποψη που επικρατεί είναι ότι το φρέσκο, νωπό ή ανεπεξέργαστο γάλα (που δεν έχει υποστεί παστερίωση, ούτε καν ήπια παστερίωση, γνωστό και ως “raw milk” κατ’ άλλους «φρέσκο ημέρας») έχει διάρκεια ζωής μικρότερη της μιας εβδομάδας. Υπάρχουν υποστηρικτές του «ότι η διάρκεια αυτού του γάλακτος μπορεί να κρατήσει μέχρι και δύο εβδομάδες αν τηρηθεί αυστηρά ο σωστός κύκλος ψύξης». Το γάλα παστερίωσης επιμηκύνει ασφαλώς τη διάρκεια ζωής του μέχρι και τις 12 ήμερες σε κατάλληλες συνθήκες και το υψηλής παστερίωσης (μακράς διάρκειας) μέχρι και 6 μήνες σφραγισμένο….. Η διαφορά είναι ότι το μη παστεριωμένο (φρέσκο) γάλα σε κατάλληλο περιβάλλον (αλκαλικό), περιέχει και όλους τους ωφέλιμους μικροοργανισμούς, πιθανώς και κάποιους επιβλαβείς (τυχαία παρουσία), πράγμα που εξαρτάται από την υγιεινή των ζώων και της παραγωγικής διαδικασίας. Το πλεονέκτημα του φρέσκου ημέρας (που προφανώς δεν μπορεί να είναι συγχρόνως και ημέρας και εισαγόμενο…..) είναι ότι περιέχει όλα του τα συστατικά που καταστρέφουν παθογόνους οργανισμούς (αντισώματα, ωφέλιμα βακτηρίδια, πρωτεΐνη Β12, λακτοπεροξειδάση, λιπαρά οξέα μέσης αλυσίδας ή MCFA, την Λακτοτρανσφερίνη (LTF) που υπάρχει και στο μητρικό γάλα, κλπ), παρεμποδίζουν την απορρόφηση παθογόνων από τα τοιχώματα του εντέρου και ενδυναμώνουν το ανοσοποιητικό σύστημα.
Στην περίπτωση του παστεριωμένου γάλακτος όλα αυτά τα πλεονεκτήματα ελαχιστοποιούνται μέχρι που μηδενίζονται (για περισσότερες πληροφορίες βλ.: (Scientific American, December 1995; British J of Nutrition, 2000:84(Suppl. 1):S3-S10, S75-S80, S81-S89)  




Η μεγαλοποίηση  των Κινδύνων γύρω από το «φρέσκο»

Αν και το φρέσκο γάλα, όπως κάθε τροφή, μπορεί να επιμολυνθεί και να προκαλέσει ασθένειες, οι κίνδυνοι που συνδέονται με το φρέσκο γάλα πολλάκις μεγιστοποιούνται. Αναφέρονται αναλύσεις περιστατικών στις ΗΠΑ (πάνω από 70), όπου το φρέσκο γάλα σκόπιμα ενοχοποιήθηκε για πρόκληση ασθενειών. Διαπιστώθηκε μεγάλη προκατάληψη κατά του προϊόντος, λάθος εκτιμήσεις που δεν στηρίχθηκαν σε «βάσιμα» θετικά δείγματα γάλακτος, παραποιήσεις στοιχείων και λανθασμένες μέθοδοι στατιστικής ανάλυσης. Μια σπουδαία συλλογή βιβλιογραφίας και πολλά επιχειρήματα αναφέρονται στην 133 σελίδων έκθεση του Ιδρύματος  Weston A. Price (αμερικανική ΜΚΟ για την Εκπαίδευση και Επιμόρφωση σε Θέματα Διατροφής). (Βλ.:http://www.realmilk.com/wp-content/uploads/2012/11/ResponsetoMarlerListofStudies.pdf

Το Αμερικανικό Υπ. Γεωργίας (USDA) μαζί με την Υπηρεσία Ελέγχου τροφίμων και φαρμάκων (FDA) έχουν αναφέρει εδώ και χρόνια (2003) ότι συγκριτικά με το φρέσκο γάλα έχουν καταγραφεί 515 περισσότερες δηλητηριάσεις από Λιστέρια (Listeria Monocytogenes) από αλλαντικά παρά από «φρέσκο γάλα» και 29 περισσότερες από παστεριωμένο γάλα παρά από φρέσκο. (Βλ.: Interpretive Summary – Listeria Monocytogenes Risk Assessment, Center for Food Safety and Applied Nutrition, Sept. 2003, p.17). Το παστεριωμένο γάλα λόγω της μεγάλης ποσότητας που διακινείται και της απουσίας αντιμικροβιακών συστατικών, όταν επιμολυνθεί μπορεί να προκαλέσει ασθένειες σε πολύ ευρύτερο πληθυσμό (το 1984-85 προσβλήθηκαν 200.000 άνθρωποι στις ΗΠΑ, ενώ το 2007 τρείς άνθρωποι πέθαναν στην Μασαχουσέτη από παστεριωμένο γάλα).    

Το φρέσκο γάλα σε αντίθεση με το παστεριωμένο μπορεί να ξινίσει, που δεν είναι και κάτι το «κακό», αλλά όσοι γνωρίζουν από γάλα, δεν σημαίνει ότι το πετάμε. Επιδέξιες νοικοκυρές φτιάχνουν βουτυρόγαλα, κρέμα γάλακτος, τυρί κρέμα, κ. ά. (souring = good ή «το ξίνισμα είναι καλό», λένε οι αγγλοσάξονες…). Αντίθετα το παστεριωμένο γάλα όταν αλλοιωθεί γίνεται ακατάλληλο προς βρώση, αλλά και προς χρήση.

Το ποιοτικότερο φρέσκο (νωπό) γάλα είναι αυτό που προέρχεται από ζώα που τρέφονται με υγιεινές τροφές (χορτονομή από βοσκές και από εκτροφή σε βοσκές) και που δεν «φορτώνονται» με φάρμακα (αντιβιοτικά, ορμόνες, κλπ). Γάλα από τέτοιες εκτροφές διαρκεί πολύ περισσότερο της μιας εβδομάδας σε κατάλληλη ψύξη και όταν τελικά φτάσει να κόψει σε γάρο, θρόμβους και πέτσες, διατηρεί ακόμη τη γλυκιά του γεύση και γίνεται περισσότερο θρεπτικό. Πριν από το κόψιμο, και όταν αρχίζει η ζύμωση φτιάχνει μια πολύ καλή και απαλή γιαούρτη και το πλούσιο ρόφημα το γνωστό κεφίρ…..!!!!       

Ποιοτικοί παράμετροι που δεν ελέγχονται συστηματικά (έως καθόλου)

Μία άλλη εξίσου σοβαρή («αδιαφανής») παράμετρος και μη ανιχνεύσιμη από τις ελεγκτικές υπηρεσίες δημόσιας υγείας, που χαρακτηρίζει την ποιότητα του γάλακτος (φρέσκου ή μη) και η οποία δεν φαίνεται να λειτουργεί προς όφελος του καταναλωτή, είναι το γεγονός ότι τα βοοειδή, τα χοιρινά και τα πουλερικά στην ΕΕ, τρέφονται εδώ και πολλά χρόνια με Γενετικά Τροποποιημένες (ΓΤ) ζωοτροφές (κυρίως σόγια και καλαμπόκια) και με πολλά πρόσθετα και ένζυμα που παράγονται από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς.

Εκτιμάται ότι 30 εκατομμύρια τόνοι μεταλλαγμένων ζωοτροφών εισάγονται στην ΕΕ κάθε χρόνο. Σε όλα τα σιτηρέσια στην ΕΕ η μεταλλαγμένη σόγια συμμετέχει κατά 25-30% στις έτοιμες ζωοτροφές, ίσως και περισσότερο (στα σταβλισμένα ζώα). Αν και οι ΓΤ ζωοτροφές επιβάλλεται να φέρουν σήμανση «non-GMO» και να συνοδεύονται από σχετικά πιστοποιητικά κατά την εισαγωγή τους στην ΕΕ, κανένα από τα κτηνοτροφικά προϊόντα όπως το γάλα, τα αυγά και το κρέας δεν φέρουν ανάλογη σήμανση…. Το μεγαλύτερο ποσοστό γαλακτοπαραγωγών μονάδων εκτροφής στην ΕΕ από όπου προέρχονται οι εισαγόμενοι 300.000 τόνοι γάλακτος και στην Ελλάδα, χρησιμοποιούν ΓΤ ζωοτροφές και κανένα φορτίο που καταφτάνει στη χώρα μας δεν φέρει πιστοποίηση, ούτε καν του ζητείται να φέρει. Όποιο γάλα φτάνει στη χώρα μας από «άγνωστα ζώα», με «άγνωστη σύνθεση» και «άγνωστη διαδικασία διατήρησης» δεν μπορεί να έχει απολύτως καμία σχέση με τον «ορισμό του φρέσκου» ανεξαρτήτως διάρκειας ζωής, ενώ δημιουργείται τεράστιο θέμα με τον εύκολο χαρακτηρισμό «φρέσκο»…. Η ετικέτα του «φρέσκου» θα πρέπει να χορηγείται μόνο στο προϊόν που τηρεί τον ορισμό και τις προδιαγραφές του «φρέσκου»…



Από το 1989 η ΕΕ έχει απαγορεύσει την χρήση ορμονών στα ζώα κρεοπαραγωγής και γαλακτοπαραγωγής για αύξηση της παραγωγής κρέατος και γάλακτος. Υπάρχουν όμως αναφορές (1996) για παράνομη χρήση, με το Βέλγιο να πρωτοστατεί στη διάθεση απαγορευμένων ορμονών στην μαύρη αγορά μέχρι και την Ολλανδία και τη Γαλλία, αλλά και νωρίτερα (1992) στην Ιρλανδία, χωρίς να έχουν εξαρθρωθεί τα κυκλώματα. Η απαγόρευση της ΕΕ προκάλεσε διακίνηση των ουσιών αυτών στη μαύρη αγορά, το μέγεθος της οποίας είναι απροσδιόριστο. Δημοσιεύματα στο Βέλγιο αναφέρουν ότι το 25% της παραγωγής έχει κάνει χρήση, ενώ στην Ιρλανδία υπήρξαν αναφορές επίσης για το 25% με το Υπ. Γεωργίας της χώρας να το παραδέχεται αλλά να μιλάει για το 3%....!!!!
Σήμερα στην ΕΕ τα κρέατα και τα γαλακτοκομικά διακινούνται ελεύθερα χωρίς την υποχρέωση σήμανσης Hormone-free κρέας ή γάλα…!!! Οι ευρωπαϊκές καταναλωτικές οργανώσεις και μαζί η επιστημονική κοινότητα συμφωνούν ότι οι έλεγχοι είναι ελλιπείς στο έδαφος της ΕΕ (κάπως καλύτερα πάντως από το τι συμβαίνει στις ΗΠΑ…), το δε πεδίο για τη διακίνηση προϊόντων «αμφιβόλου ποιότητας» είναι πλέον ανοιχτό στο εμπόριο το οποίο όταν χρειαστεί ασκεί τις δικές του πιέσεις στις Βρυξέλλες για να πετύχει ακόμη περισσότερη ελευθερία και μειωμένους ελέγχους. Η οικονομική κρίση έχει επιτείνει το πρόβλημα λόγω έλλειψης προσωπικού, πόρων και μέσων, κυρίως στις χώρες του νότου όπου οι βόρειοι μπορούν να στέλνουν οτιδήποτε είναι για «πέταμα», το δε εμπόριο να τα διακινεί σε ανταγωνιστικές τιμές με περιφρόνηση της ποιότητας και των επιπτώσεων στην υγεία των καταναλωτών οι οποίοι εθίζονται στο φτηνό (αναγκαστικά) και ξεχνούν το ποιοτικό και το υγιεινό. Ότι συμβαίνει με τα φάρμακα το βλέπουμε να συμβαίνει και στα τρόφιμα. Η παρατεταμένη κρίση και οι πολιτικές που την συντηρούν σαφέστατα ακουμπούν και τη διατροφή των πολιτών. 

Τι πρέπει να συντρέχει «τούτη την ώρα των μαχών»

Αυτό που συντρέχει «τούτη την ώρα των μαχών» ανάμεσα στα «εγχώρια» υπουργεία Ανάπτυξης και ΥΠΑΑΤ, τους φωστήρες του ΟΟΣΑ και μια  ξεροκέφαλη και βλακώδη τρόικα γνωστών υπαλληλίσκων με τα μπακαλίστικα αριθμητήρια στη μασχάλη, η οποία δεν ασχολείται καν με την ουσία (τρίπτυχο ποιότητας -  καταναλωτή - κοινωνίας), ούτε είναι σε θέση να καταλάβει τι ακριβώς της ανέθεσαν να ασχοληθεί και να επιβάλλει, είναι:
·         Οι αυστηροί έλεγχοι των εισαγόμενων «άσπρων υγρών» με το όνομα «γάλα» από έναν διαλυμένο, σχεδόν ανύπαρκτο, κρατικό μηχανισμό  και να σταματήσουν επιτέλους να το αποκαλούν «φρέσκο» (με συχνότερες δειγματοληψίες στα σημεία εισόδου και στα ράφια, απαίτηση πιστοποιητικών για αφλατοξίνες, ελέγχους για σωματικά κύτταρα ανά ml, παρουσία ΓΤ DNA, ορμονών, αντιβιοτικών, κ.ά.)
·         Απαγορεύσεις και μέτρα προς παρεμπόδιση ανάμειξης εισαγόμενων με εγχώριο γάλα που εξυπηρετεί την κερδοσκοπία λόγω της διαφοράς τιμών κατά 25-30% μεταξύ του ελληνικού και του εισαγόμενου προϊόντος, αλλά και μέτρα αποφυγής της όποιας παραπλάνησης των καταναλωτών (αναθεώρηση του καθεστώτος ετικέτας, σήμανσης, συσκευασίας, αναφορά προέλευσης, κλπ). 
·         Επαναφορά και αυστηροποίηση της αγορανομικής διάταξης η οποία προέβλεπε την υποχρεωτική αναγραφή της χώρας προέλευσης της πρώτης ύλης στις συσκευασίες. 
·         Η «διακριτή ποιοτική διαβάθμιση» του γάλακτος στα ελληνικά ράφια και όχι η κατάταξη του βάσει της διάρκειας ζωής του, επιτρέποντας την αναγραφή «φρέσκο» στην ετικέτα μόνο για το επιστημονικά οριζόμενο ως «φρέσκο».
·         Ο καθορισμός της λιανικής τιμής βάσει ποιότητας και συστατικών, αλλά και διαφώτιση του καταναλωτή προς μια συμπεριφορά με την κρατική παρουσία και καθοδήγηση των παραγωγικών φορέων, που θα τον βοηθήσουν να καταφέρει να απαγκιστρωθεί από την τιμή του προϊόντος κάνοντας επιτέλους «συνήθεια και κτήμα του» το γεγονός ότι τα όποια σκουπίδια στα ράφια με το ψευδώνυμο του «φρέσκου» είναι μεν φτηνότερα, αλλά κοστίζουν πολλαπλάσια σε ποιότητα ζωής, σε θρέψη και σε βλάβες υγείας (ότι είναι φτηνό είναι και ακριβό).   

Υπάρχει βούληση ή αυτή που υπάρχει δεν είναι δική μας ; 

Το Υπ. Aνάπτυξης κάνει το λάθος να μην ξέρει τι θα πει «φρέσκο» (ή προσποιείται ότι δεν ξέρει) στηρίζοντας μια τελείως λανθασμένη άποψη του ΟΟΣΑ (από μελέτη μάλιστα που συντάχθηκε, ποιος ξέρει πως και γιατί, και την πλήρωσε το ίδιο το ελληνικό δημόσιο…!!!), χωρίς να έχει εμπεριστατωμένη επιστημονική «γεωτεχνική» άποψη, χωρίς βαθιά γνώση της αγοράς στη χώρα και την ΕΕ, άρα χωρίς πειστικά επιχειρήματα, αυτοπαγιδευμένο σε μια ακριβοπληρωμένη μελέτη και αφήνοντας να αιωρούνται παρερμηνείες και καχυποψίες. Η εμμονή σε μια επιμήκυνση της διάρκειας ζωής στο «φρέσκο» γάλα από 5 σε 7 ημέρες…., δεν έχει κανένα νόημα από την πλευρά της επιστήμης και της τεχνολογίας γάλακτος, έχει μόνο πολιτικό σκοπό, δυστυχώς σε όφελος και προς διευκόλυνση του εισαγωγικού εμπορίου, ενώ για μια ακόμη φορά και ανερυθρίαστα, περιφρονεί και ζημιώνει την ελληνική κτηνοτροφία και όσους την υπηρετούν. Σε «φωναχτά» θέματα δικαίου και εθνικού συμφέροντος, το Υπ. Ανάπτυξης και άλλα υπουργεία θα μπορούσαν να χτυπήσουν «ηχηρά» το χέρι στο τραπέζι των προκλητικών υπαλληλίσκων της τρόικας. Δεν πονάει η παλάμη…. και αν πονέσει θα κρατήσει για λίγα δευτερόλεπτα….!!!! 
   
Από την άλλη πλευρά το ΥΠΑΑΤ έχει τη γνώση και την εμπειρία, τους κατάλληλους ανθρώπους (που άλλοτε τους χρησιμοποιεί και άλλοτε τους αγνοεί), προβαίνει συνεχώς σε υπουργοκεντρικούς χειρισμούς και με τη σειρά του δείχνει να στηρίζει την εγχώρια παραγωγή και μεταποίηση (και καλώς πράττει εάν αυτός είναι ο στόχος), «κίνηση» που οι κοινοτικοί και οι τροϊκανοί δεν την ακούνε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Ζούμε σε μια ΕΕ όπου «η όποια εθνική παρέμβαση για εθνική προστασία εθνικών κλάδων της οικονομίας, δεν αρέσει» και ενίοτε τιμωρείται…. Η μεγαλύτερη όμως παράλειψη των εκάστοτε ΥΠΑΑΤ από το 1981 και μετά, ήταν η έλλειψη εθνικής στρατηγικής προς μια «γαλακτοπαραγωγή» αυτάρκειας, η μόνη που θα γύρναγε τα πράγματα ανάποδα, θα αποστόμωνε τους υπαλληλίσκους του Τόμσεν και θα καθιστούσε τη συζήτηση των ημερών γύρω από το γάλα τελείως περιττή…




Η άποψη ότι η Ελλάδα δεν παρέχει τις κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί η αγελαδοτροφία της είναι λάθος και δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα. Σχεδόν όλες οι ζώνες γύρω από τους υγροβιοτόπους της, τις λίμνες της, τα δέλτα των ποταμών της, η παραδοσιακή ορεινή και νησιώτικη αγελαδοτροφία με τις βαθμιαία αφανιζόμενες φυλές ζώων, έχουν τη δική τους δυναμική με τεράστια οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη για τον τόπο και τις τοπικές κοινωνίες που ελάχιστα απασχόλησαν τους περαστικούς από το ΥΠΑΑΤ και ακόμη πιο λίγο την επενδυτική πολιτική. Μια ξεχωριστή εικόνα που διαψεύδει πολλούς, έρχεται από τη βουβαλοτροφία της Κερκίνης, την Τηνιακή σπάνια Αγελάδα που ήδη δίνει μεροκάματα σε πρώην οικοδόμους νησιώτες…. και άλλων περιοχών, παραδείγματα που κυριαρχούν «μέσα στο γενικό τίποτε», με πρωτεργάτες μερικούς ήρωες κτηνοτρόφους που επιμένουν σε πείσμα της γενικής αδιαφορίας και αγιάτρευτης ανοησίας των αρμοδίων…

Τα πάντα είναι θέμα χάραξης ή όχι μιας «αγροτικής χωροταξικής οργάνωσης», επιτέλους ενός εθνικού σχεδίου αγροτικής πολιτικής προσανατολισμού και στοχευμένων ενισχύσεων, ενδεδειγμένης αξιοποίησης της «μοναδικής στον κόσμο» βιοποικιλότητας, της επιστημονικής έρευνας, των εδαφικών, των βιοκλιματικών και των ανθρώπινων πόρων της χώρας.       




Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

«Αγορές των Αγροτών» (Farmer Markets)

«Αγορές των Αγροτών» (Farmer Markets)

Του

Δρα Σταμάτη Σεκλιζιώτη,
Γεωπόνου ΑΠΘ – Αρχιτέκτωνα Τοπίου (Ph.D.)
Πρώην Β Ακόλουθου Γεωργικών Υποθέσεων, Υπ. Γεωργίας ΗΠΑ (Foreign Agricultural Service – FAS/USDA, Αμερικανική Πρεσβεία, Αθήνα)
Σήμερα: Σύμβουλου Γεωργικών Υποθέσεων & Περιβάλλοντος
Προοπτικό σχέδιο μόνιμης εγκατάστασης δημοτικής «Αγοράς Αγροτών», στην Μανιτόμπα του Καναδά (Le Marche Saint-Norbert Farmers' Market, Manitoba, Πηγή: Hilderam Thomas Frank Cram, Αρχιτέκτονες Τοπίου)

Τι είναι η «Αγορές των Αγροτών» (Farmers Market)

Η «Αγορά των Αγροτών» ή αλλιώς η «Αγορά Παραγωγού» (διεθνώς:  Farmer Market) είναι «αγορά όπου αποκλειστικά ο παραγωγός πουλά τα προϊόντα του κατ’ ευθείαν στον καταναλωτή, χωρίς καμία απολύτως διαμεσολάβηση στη διακίνηση των προϊόντων του, υπό την προστασία και εποπτεία των τοπικών αρχών, σε συνθήκες οργάνωσης και έλεγχου».
Ο σκοποί του θεσμού είναι «η διαμόρφωση συνθηκών προσφοράς και ζήτησης σε όφελος των παραγωγών και των καταναλωτών, παράκαμψη της οποιασδήποτε ενδιάμεσης επιβάρυνσης στο τελικό προϊόν, διαμόρφωση της πιο κλειστής κατά το δυνατόν ψαλίδας μεταξύ τιμών παραγωγού και καταναλωτή, περιθωριοποίηση της κερδοσκοπίας, συμπίεση των τιμών των αγαθών σε ανταγωνιστικά επίπεδα και ομαλοποίηση της αγοράς στον αγροδιατροφικό τομέα, ενισχύοντας τα εγχώρια προϊόντα και την αύξηση της ζήτησης συντελώντας στην υποκατάσταση των εισαγόμενων με κατεύθυνση την αυτάρκεια σε τοπική και γιατί όχι σε εθνική κλίμακα». 

«Αγορά Αγροτών σε ειδικά διαμορφωμένο αστικό κενό στο Ντένβερ του Κολοράντο ΗΠΑ (Πηγή: Nicolas Cascarano, Αρχιτέκτων)

Σε τι διαφέρουν οι «Αγορές των Αγροτών» από τις Λαϊκές αγορές

Χαρακτηριστικά των «Αγορών Παραγωγού» και οι διαφορές τους από τις Λαϊκές Αγορές συνοψίζονται στα παρακάτω:

1.    Προσκομίζονται και προσφέρονται γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα από εγχώριες εκμεταλλεύσεις και κατά προκαθορισμένη διοικητική περιοχή.
2.    Προϊόντα ένδυσης, υπόδησης, είδη οικιακής χρήσης, παιγνίδια, κλπ, δεν ανήκουν στην κατηγορία των «αγροδιατροφικών προϊόντων».
3.    Γίνεται σαφής διαχωρισμός μεταξύ «Αγροτών Παραγωγών» και «Επαγγελματιών πωλητών», με τους τελευταίους να μην συμμετέχουν αλλά και να μην χάνουν το δικαίωμα συμμετοχής τους σε λαϊκές αγορές ή άλλες ανοικτές αγορές. Δεν αποκλείονται οι αγρότες πωλητές. Αποκλείονται οι μη αγρότες «χονδρέμποροι», οι «μεταπράτες», οι «λιανοπωλητές» και διάφοροι μη παραγωγοί «γυρολόγοι».   
4.    Δικαίωμα συμμετοχής έχουν οι αποκλειστικοί κατά κύριο επάγγελμα αγρότες ή όσων το κύριο ετήσιο οικογενειακό εισόδημα προέρχεται από αγροτική δραστηριότητα (εγγεγραμμένοι σε μητρώα παραγωγών)
5.    Η είσοδος δεν είναι ελεύθερη σε όλους τους παραγωγούς, παρά μόνον σε όσους πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις που ορίζουν το σχετικό θεσμικό πλαίσιο και οι κανόνες λειτουργίας (π.χ. Προέλευση προϊόντος, Πιστοποίηση βιολογικής, Αριθμός Μητρώου Αγρότη, ΑΦΜ, Ταμειακή μηχανή, κλπ, είναι μερικές από τις προϋποθέσεις).
6.    Η καλλιεργητική δραστηριότητα των δικαιούχων αγροτών και η παραγωγή των προϊόντων τους λαμβάνουν χώρα μέσα στα γεωγραφικά όρια της περιοχής (Δήμος ή Αντιπεριφέρεια) την οποία η κάθε οργανωμένη «Αγορά Παραγωγού» καλείται να εξυπηρετεί.
7.    Διεθνώς, πρόκειται για μόνιμες εγκαταστάσεις σε επιλεγμένους με χωροταξικά και πληθυσμιακά κριτήρια χώρους εντός μίας ή περισσότερων διοικητικών γεωγραφικών περιοχών (Δήμος, Επαρχία, Αντιπεριφέρεια) και με πλήρη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων λειτουργίας και ελέγχων στις Περιφέρειες και τους Δήμους.
8.    Λειτουργούν κάτω από κατάλληλο για τον σκοπό και «ανεξάρτητο» θεσμικό καθεστώς. Απαιτείται Ειδικό Νομικό Πλαίσιο διϋπουργικού χαρακτήρα (ΥΠΑΑΤ, Υπ. Ανάπτυξης & Εμπορίου, ΥΠΕΚΑ και Υπ. Υγείας) βάσει του οποίου σαφώς θα διαφοροποιείται ο ρόλος και ο σκοπός τους από τις γνωστές Λαϊκές αγορές των οποίων τον Διοικητικό και Εποπτικό έλεγχο τον ασκούν οι Οργανισμοί των Λαϊκών Αγορών και τα Διοικητικά Συμβούλια των Οργανισμών.
9.    Αντίθετα, οι χωροθετημένοι και ειδικά σχεδιασμένοι χώροι των «Αγορών Παραγωγού» έχουν δημόσιου χαρακτήρα, ενώ παραχωρούνται «έτοιμοι» από τους ΟΤΑ, έναντι μικρού αντιτίμου (συμβολική εισφορά ή ανταποδοτικού τέλους). Η αγροτική συμμετοχή μπορεί να είναι ατομική, οικογενειακή, ομαδική ή συνεταιριστική.
10. Το περιεχόμενο και η ιδέα «δημιουργίας» των «Αγορών των Αγροτών» εμπεριέχει την κοινωνικοοικονομική διάσταση (οικονομικό όφελος υπέρ παραγωγού και καταναλωτή, δημιουργία συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού, καλύτερη επόπτευση της δημόσιας υγείας, περιορισμός φαινομένων κερδοσκοπίας και ανάπτυξη πιο ουσιαστικής και στενότερης σχέσης μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών).       
11. Ανάλογα με το μέγεθος και την επιφάνεια που καλύπτουν διαθέτουν τις κατάλληλες υποδομές  όπως Διαγραμμίσεις, Σημάνσεις, Ηλεκτροδότηση (& φωτισμό), Υδροδότηση, Πυρόσβεση, Αποχέτευση, Σταθμό καυσίμων, Περίφραξη, Πύλες εισόδου/εξόδου αγροτικών οχημάτων με φυλάκιο, Παρκινγκ επισκεπτών και αγροτικών οχημάτων, Έτοιμους αριθμημένους πάγκους έκθεσης προϊόντων, Υπόστεγα, Ψυκτικές εγκαταστάσεις, Κάδους απορριμμάτων ανακύκλωσης και μονάδα Κομποστοποίησης, Χώρους ξεκούρασης επισκεπτών και αγροτών, Πρώτες βοήθειες, Αναψυκτήριο και Αίθουσα προβολών & διαλέξεων, Δημόσιες τουαλέτες, Κτίριο διοίκησης & πληροφόρησης, Γεωτεχνικών, Φορολογικών, Υγειονομικών & ελεγκτών ΕΦΕΤ, κλιμάκιο Καθαρισμού και Δημοτικής αστυνομίας, Διαδικτυακή σύνδεση, Χώρους και μέσα συγκέντρωσης δωρεάν προϊόντων για Κοινωφελή Ιδρύματα, Σωματεία, Εκκλησία, και Οργανισμούς, Διαμορφωμένους χώρους με καλλωπιστικό πράσινο, ανεμοφράκτες και δενδροφυτεύσεις σκιάς, ανάγλυφους χλοοτάπητες για picnic, κλπ.
12. Ακόμη και στα κέντρα των μεγαλουπόλεων, σε μικρότερη κλίμακα, οι αγορές παραγωγών μπορούν να εξυπηρετούν το κοινό από στεγασμένες ή ημιυπαίθριες εγκαταστάσεις (στο εξωτερικό έχει προβλεφτεί η χρήση αστικών κενών, οικόπεδων και χώρων πρασίνου μετά από ειδική διαμόρφωση)
13. Οι «Αγορές Παραγωγού» παραμένουν ανοικτές σε καθημερινή βάση σε αντίθεση με τις λαϊκές αγορές οι οποίες λειτουργούν μια φορά την εβδομάδα σε μη μόνιμους χώρους, προκαλούν σωρεία περιβαλλοντικών προβλημάτων σε πολλαπλάσιο αστικό χώρο από όσον χρειάζονται, είναι συνεχώς μετακινούμενες όπως δυστυχώς ορίζουν οι κατά τόπους δημοτικές αρχές και με τις ανάλογες χρεώσεις, ιδιαίτερα εξοντωτικές. ‘Είναι γνωστό ότι διάφορες «δημοτικές χρεώσεις και τέλη» μετακυλίονται τελικά στις τιμές καταναλωτή, αλλοιώνοντας την όλη «φιλοσοφία» περί των «φθηνότερων αγαθών».
14. Όποιος παραγωγός συγκομίζει τα προϊόντα του και πληροί τις προϋποθέσεις συμμετοχής, μπορεί να τα μεταφέρει στην «Αγορά Παραγωγού» οποιαδήποτε ημέρα και ώρα εφόσον έχει διασφαλίσει τον απαραίτητο χώρο (αριθμημένη θέση) εντός της αγοράς και μετά από προσυνεννόηση με τη διαχείριση (με ενημέρωση του κοινού περί του είδους και της ποσότητας του προϊόντος, πληροφορίες οι οποίες μπορούν να αναρτώντα στο διαδίκτυο και στις υπηρεσίες του δήμου, από την προηγούμενη ημέρα).
15. Ο καταναλωτής ενημερώνεται και γνωρίζει εκ των προτέρων ότι οποιαδήποτε ημέρα και ώρα αποφασίζει να επισκεφθεί τον χώρο, θα βρει τα προϊόντα άμεσης ανάγκης ή κάποια απ’ αυτά. Στο εξωτερικό υπάρχει συνεχής διαδικτυακή πληροφόρηση για τη διαθεσιμότητα των αγαθών, το είδος του προϊόντος και τις κυμαινόμενες τιμές ημέρας (για κάθε μία «Αγορά των Αγροτών» ξεχωριστά, η οποία επιβάλλεται να είναι συνδεμένη με το διαδίκτυο με δική της ιστοσελίδα, και με συνεχή ροή προϊόντων και τιμών).
16. Οι «Αγορές Παραγωγών» λειτουργούν ουσιαστικά ως ανοιχτά σούπερ μάρκετ αγροτικών προϊόντων (ολόκληρη την ημέρα και εβδομάδα) με προσκόμιση προϊόντων από τους ίδιους τους παραγωγούς (φρούτα, λαχανικά, συντηρημένα, αποξηραμένα, όσπρια, κλπ) και εκτίθενται ταξινομημένα και χωροθετημένα εντός των εγκαταστάσεων της αγοράς κατά κατηγορία, σε βιολογικά, συμβατικά, φυτικής ή ζωικής παραγωγής, σε υπόστεγα, ή θέσεις παρκινγκ (πώληση από την καρότσα), κλπ.
17. Οι «Αγορές Παραγωγών» παρέχουν την ευκαιρία στους αγρότες αλλά και στους καταναλωτές, να εμπορεύονται είδη αγροτικών προϊόντων που είναι δυσεύρετα, υπηρετούν ιδιαίτερες διατροφικές απαιτήσεις και διατίθενται σε μικρές ποσότητες, ενώ μέσα από προσωπικές γνωριμίες προμηθευτή και αγοραστή αναπτύσσεται η ζήτηση και δημιουργούνται ευκαιρίες προώθησης εναλλακτικών προϊόντων και ποικιλιών που αλλιώς δεν θα ήταν εφικτές.
18. Για τα αναγκαία στον καταναλωτή προϊόντα που δεν παράγονται στο άμεσο διοικητικό διαμέρισμα της «Αγοράς Παραγωγού» αλλά προέρχονται από απόμακρες αγροτικές περιφέρειες της χώρας, οι παραγωγοί και οι ομάδες παραγωγών που τα παράγουν θα μπορούν να τα προσκομίζουν και να τα πωλούν μετά από ειδική πρόβλεψη και διακανονισμό συμμετοχής.
19. Εισαγόμενα είδη (φρούτα και λαχανικά) θα μπορούν να μεταπωλούνται εντός της «αγοράς των αγροτών» υπό την προϋπόθεση ότι δεν παράγονται εγχωρίως και μόνο μετά από ειδική άδεια και διακανονισμό.
20. Οι «Αγορές των Αγροτών» όπου αυτές έχουν εφαρμοστεί σαν θεσμός και δημιούργησαν μια μικρή ιστορία, αποδείχτηκαν ως οι χώροι διακίνησης της καλύτερης ποιότητας αγροτικών προϊόντων συγκριτικά με άλλους τρόπους εμπορίας και πώλησης (μανάβικα, σούπερ μάρκετ, λαϊκές, κλπ) με πολύ ελάχιστα καταγεγραμμένα περιστατικά αλλοιώσεων. Είναι γενική η αποδοχή ότι τα νωπά αγροτικά προϊόντα «ταλαιπωρούνται» πολύ λιγότερο όταν διατίθενται κατ’ ευθείαν από τους αγρότες στους καταναλωτές μέσα από «Αγορές των Αγροτών», λόγω αποφυγής μακράς αποθήκευσης, ψύξης, πολλών ενδιάμεσων χεριών και διαδοχικών μεταφορτώσεων.
21. Οι αγορές αυτές έχουν δημιουργήσει πολύ καλύτερες συνεργασίες μεταξύ «συγχωριανών» αλλά και παραγωγών ομοειδών προϊόντων, δημιουργώντας κίνητρα για ποιοτικότερη παραγωγή και για καλύτερη οργάνωση των εκμεταλλεύσεων τους, με αναπτυγμένο αίσθημα ανεξαρτησίας και ευθύνης.


Εξαγγελίες Ίδρυσης «Αγορών Αγροτών» τα αίτια και η πραγματικότητα

Είναι πασίγνωστη η αδυναμία ομαλοποίησης της αγοράς των τροφίμων με κυρίαρχη την «κάθετη μείωση οικογενειακών εισοδημάτων σε επίπεδα 40-50% σε περίοδο δύο ετών, χωρίς αντίστοιχη αλλά αντίθετα μηδενική μείωση των τιμών καταναλωτή, μέχρι και προκλητική αύξηση σε πολλά είδη πρώτης ανάγκης». Η οικογενειακή δαπάνη για τρόφιμα έχει αγγίξει απογοητευτικά ύψη για την ελληνική οικογένεια, μεγάλο μέρος της οποίας αφορά (δυστυχώς) εισαγόμενα είδη, με «αμήχανη έως παράλυτη» την παρουσία του κράτους, «αδιάφορο έως αδύναμο» να ελέγξει την μεσάζουσα κερδοσκοπία και φοροδιαφυγή.

Οι υπεύθυνες εξαγγελίες και υποσχέσεις των αρμοδίων για στοχευμένες Παρεμβάσεις των Υπηρεσιών Ελέγχου, της Επιτροπής Ανταγωνισμού, της δημιουργίας Δημοπρατηρίων, δημιουργίες «Αγορών Αγροτών» (Farmer Markets), Μητρώων αγροτών και εμπόρων και οτιδήποτε άλλο «υποχρεούνται να πράξουν» (ως απαίτηση ενός σύγχρονου κράτους) με στόχο και χρέος την προστασία του εισοδήματος, της επισιτιστικής επάρκειας και της δημόσιας υγείας των πολιτών, παραμένουν «φαντεζί» εξαγγελίες «εντυπωσιασμού» και χωρίς απολύτως καμία πρακτική σημασία. Η υλοποίηση οποιασδήποτε κυβερνητικής εξαγγελίας χωρίς να προηγούνται μελέτες σκοπιμότητας και βιωσιμότητας και η οποία απαιτεί «δημόσια δαπάνη» και συμμετοχή, δεν μπορεί να είναι υλοποιήσιμη σε περίοδο κρίσης εάν δεν γίνει κατανοητή ή κριθεί ως «επένδυση ανταποδοτικού χαρακτήρα» με θετικά κοινωνικοοικονομικά οφέλη.    

Η προώθηση της ιδέας των «Αγορών των Αγροτών» αποτελεί βασική προϋπόθεση επιτυχίας. Σχετικά γραφικά σε αντικείμενα με ξεκάθαρο μήνυμα και συναισθηματικό περιεχόμενο έχουν τεράστια απήχηση (Πηγή: Design Public)

Βιώματα του έλληνα Καταναλωτή και η απουσία των Μηχανισμών

Ο γενικά δύσπιστος καταναλωτής βιώνει ήδη πρωτόγνωρες εμπειρίες στη χώρα, η οποία υπήρξε κάποτε αυτάρκης σε τρόφιμα και μάλιστα σε περιόδους εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ευρωζώνης. Ήταν οι εποχές που ο αγροτικός κόσμος αντιπροσώπευε το 20% και πλέον του ενεργού πληθυσμού, το σύνολο σχεδόν της ελληνικής γόνιμης γης καλλιεργούνταν (περί τα 37 εκατομμύρια στρέμματα με τεράστια ποικιλότητα προϊόντων από ντόπιο γενετικό βιοαπόθεμα), η δε κτηνοτροφία αποτελούσε μία από τις βασικές δραστηριότητες και υπήρχε υπερεπάρκεια παραγωγής βασικών τροφίμων (με δυνατότητα διατήρησης εθνικών αποθεμάτων για ημέρες κρίσεων). Η πραμάτεια των αγροτών ανεμπόδιστα έβρισκε τον δρόμο της προς τις αγορές στις πόλεις σε ανταγωνιστικές μάλιστα τιμές (μέσα από παζάρια, λαϊκές, κεντρικές και συνοικιακές αγορές και γυρολόγους).

Αυτά συνέβαιναν χωρίς μεσάζοντες και πριν ακόμη «διογκωθεί» υπέρμετρα το μεταπρατικό εμπόριο, ανατραπούν οι «ισορροπίες προσφοράς και ζήτησης και ανοίξει απαράδεκτα η ψαλίδα τιμών παραγωγού και καταναλωτή». Παρά τα νόμιμα και χορταστικά περιθώρια χονδρεμπορικού και λιανεμπορικού κέρδους που ορίζονταν από μια σειρά αγορανομικές διατάξεις, περιστασιακές διατιμήσεις για επιλεγμένα αγαθά, και τους «συστηματικούς» αγορανομικούς ελέγχους, βαθμιαία όλα τα μέτρα εξασθενούσαν στο όνομα μιας «ελεύθερης αγοράς» η οποία τελικά «τους ξέφυγε σε ουρανούς ασυδοσίας κυκλωμάτων και συμφερόντων»…. Επιπλέον, μέσα σ’ αυτή την εξέλιξη (με ή χωρίς σχεδιασμό) βιώνουμε διαχρονικά τη χαλάρωση και την αδυναμία ενός κράτους να παρεμβαίνει, να αρέσκεται επικοινωνιακά (άρα αντιπαραγωγικά) σε νοοτροπίες εξαγγελιών «άνευ κόστους», να αναλώνεται σε «επεξηγήσεις» και «αναλύσεις» αγροτικής πολιτικής που ποτέ δεν σχεδίασε ή μελέτησε, έτσι για να δικαιολογεί τη δική του απραξία και παραλυσία, τα δύο απολύτως υπεύθυνα συστατικά της σημερινής οικονομικής μιζέριας.

Με την είσοδο της χώρας στην ΕΕ επικράτησε η βαθμιαία υποκατάσταση της εγχώριας παραγωγής και προσφοράς αγαθών από μαζικές εισαγωγές σε «τιμές καταναλωτή Ευρώπης για μισθούς Νότου….». Για τέσσερις και πλέον δεκαετίες καλλιεργήθηκαν ξανά και ξανά τεράστιες εκτάσεις γόνιμης ελληνικής γης με τις ίδιες καλλιέργειες , ζημιώθηκε το περιβάλλον και ο υδροφόρος ορίζοντας και χάθηκε πολύτιμος χρόνος για χάρη των «επιδοτούμενων» καλλιεργητικών πρακτικών, έτσι χωρίς όραμα, χωρίς εθνοκεντρικό σχεδιασμό και χωρίς λογική, αφήνοντας να διαμορφωθεί ένα ιδιάζον «μοντέλο «καταναλωτισμού», αδιαφορώντας για το πού και ποιός παράγει τρόφιμα και το χειρότερο, αγνοώντας το ποιός τελικά ωφελούνταν περισσότερο από τις αδιαμαρτύρητα αποδεκτές ΚΑΠ, σχεδιασμένες από αποφασισμένους βόρειους για ανυποψίαστους νότιους, όπως βεβαιώνεται και εκ του αποτελέσματος».
Στη συνέχεια και μέχρι την τωρινή κρίση, οι τιμές καταναλωτή στην Ευρωζώνη παρέμειναν υψηλές με συνεχώς μειούμενη την αγοραστική δύναμη του Ευρώ μέσα σε ένα «μωσαϊκό» πληθωρισμών με συνεχείς διακυμάνσεις (ξεχωριστά και διαφορετικά και για κάθε κράτος μέλος). Όλα αυτά σε κλίμα μιας αναποφάσιστης, αργής, και εξοργιστικά «ηγεμονευμένης» Ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής, (σαφώς εν γνώσει της), η οποία δείχνει να περιφρονεί την ανάγκη για περιορισμό αυτών των πληθωριστικών διακυμάνσεων και να μην αποτολμά μέτρα τα οποία θα πάψουν να είναι οριζόντια για όλες τις χώρες μέλη, αλλά εκείνα που θα εστιάζουν σε συγκεκριμένες δέσμες «ρύθμισης τοπικών αγορών καταναλωτικών προϊόντων» σε συγκεκριμένα κράτη μέλη, όπως η χώρα μας.      

 
Σύγχρονος γυρολόγος Μανάβης και Παραγωγός (Πηγή: Mobile markets)     
Μερικά χρήσιμα συμπεράσματα

Συνυπολογίζοντας τους διαθέσιμους και πολύτιμους φυσικούς πόρους, το ανθρώπινο δυναμικό, το βιοκλίμα και το πολύτιμο φορτίο της αγροτικής βιοποικιλότητας του τόπου, η εικόνα της διατροφικής αφθονίας και αυτάρκειας της χώρας δεν δικαιολογείται να ανήκει στο παρελθόν, αλλά συνεχίζει να παραμένει πάντοτε «εφικτή και με τη δική της δυναμική».

Λόγω της στρεβλής αγροτικής παραγωγής, της ανυπαρξίας εθνικού σχεδίου, της έλλειψης αγροτικού αναπτυξιακού οράματος στην πράξη, του «οργανωτικού χάους και της εμπορικής ασυδοσίας», δεν είναι εύκολο η εικόνα αυτή να αποκατασταθεί άμεσα. Οι μεταρρυθμίσεις στον Γεωργικό Τομέα είναι πολλαπλού χαρακτήρα και απαιτούν δέσμες από μέτρα και παρεμβάσεις μέσα από μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και σε «σοβαρή» οργανωτική βάση. Οι διορθώσεις στο δίκτυο προσφοράς, ζήτησης και διανομής απαιτούν καινοτομίες και εφαρμογές πολιτικών και πρακτικών που έχουν ήδη φέρει εντυπωσιακά αποτελέσματα σε άλλες χώρες της ΕΕ και όχι μόνο. Οι «Αγορές των Αγροτών» αποτελούν μόνο ένα μέρος του όλου, αλλά σίγουρα ελπιδοφόρο εργαλείο διόρθωσης και ρύθμισης, γόνιμο κύτταρο ανάπτυξης ενός υγιούς οργανισμού «διάθεσης των αγαθών».      

Η έννοια και η αναγκαιότητα για «Αγορές των Αγροτών» εκτός από τις εξαγγελίες, δεν πέρασαν στο ευρύ κοινό ως κάτι διαφορετικότερο από τις γνωστές σε όλους «λαϊκές αγορές» ούτε κατανοεί ο πολύς κόσμος «την πραγματική διαδρομή» και τα «κριτήρια τιμολόγησης» των προϊόντων την ώρα που ψωνίζει και τα προμηθεύεται. Δεν υπήρξαν μέχρι σήμερα, ερμηνευτικές επεξηγήσεις, ανάλυση σχεδίων και προθέσεων, ούτε κάποια συνέχεια επί του θέματος (όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις εξαγγελίες εντυπωσιασμού), με αποτέλεσμα να επικρατεί δικαιολογημένα η σύγχυση περί τίνος πρόκειται, πόσο χρήσιμες είναι και πόσο εφικτές μπορούν να φαντάζουν μέσα σε κλίμα βαθιάς οικονομικής δυσπραγίας, μηδενικών δημόσιων επενδύσεων και γενικής παραλυσίας των μηχανισμών. Οι «Αγορές των Αγροτών» δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα «επαρχιακό παζάρι» σε σύγχρονες συνθήκες οργάνωσης. Είναι δημόσια επένδυση ανταποδοτικού χαρακτήρα και θεμελιακή μεταρρύθμιση (π.χ. μαζί με τα Δημοπρατήρια αγροτικών προϊόντων και τη συστηματική χωρίς «ξέφτισμα»  εξυγίανση του χονδρεμπορίου και λιανεμπορίου).

Με βάση τα ευμεγέθη κοινωνικοοικονομικά οφέλη που προσφέρουν οι «Αγορές των Αγροτών» μέσα από κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο, καλούνται οι ΟΤΑ να πάρουν τις πρωτοβουλίες, να γίνουν οι ίδιοι «κοινωνοί της ιδέας», φορείς υλοποίησης εθνοκεντρικών αγροδιατροφικών πολιτικών και διαχειριστές του θεσμού.

Στις ΗΠΑ λειτουργούν σήμερα περί τις 8000 οργανωμένες «Αγορές Αγροτών» εγγεγραμμένες σε Μητρώο του Αμερικανικού Υπουργείου Γεωργίας, Υπηρεσία Γεωργικού Μάρκετινγκ….. (USDA/Agricultural Marketing Service), με χαρτογραφικό ευρετήριο σε ομοσπονδιακή κλίμακα προς διευκόλυνση των καταναλωτών. Αναφέρεται αύξηση των αγορών αυτών με ρυθμούς 10% ετησίως, είναι πολύ δημοφιλείς στους καταναλωτές και προσφέρουν φρέσκα και υγιεινά προϊόντα σε συμφέρουσες τιμές. Οι αγορές των αγροτών διεθνώς μετατρέπονται σε διατροφικό κίνημα και life style κατά των αλυσίδων ταχυφαγίας (fast food), εισάγοντας την αργοφαγία (slow food) και την προτίμηση για φρέσκα τοπικά προϊόντα.  

Η διεθνής εμπειρία διδάσκει ότι οι πρωτογενείς και δευτερογενείς επιπτώσεις για τις τοπικές αγροτικές κοινωνίες και τους καταναλωτές από τη λειτουργία των «Αγορών των Αγροτών» είναι μόνο θετικές με βαθμιαία την «εγκαθίδρυση» ενός νέου και «καθαρού» συστήματος εμπορίας βασικών διατροφικών αγαθών, και υγιεινής διατροφής μακριά από σκοτεινές διαδρομές και τριτοκοσμικές συνθήκες ανεξέλεγκτης διακίνησης και διάθεσης.